Πέμπτη 11 Φεβρουαρίου 2010

Μεταμφιέσεις


Μέρες που είναι οι μεταμφιέσεις έχουν την τιμητική τους. Μάσκες, χρυσόσκονη, πλουμίδια. Ένας ολόκληρος κόσμος, φανταχτερός και κεφάτος.

Φοράς στη ρουτίνα σου μια στρογγυλή κόκκινη μύτη κι ένα πολύχρωμο κουδουνιστό καπέλο και την έχεις μεταμορφώσει σε πάρτυ. Κοίτα τον διπλανό σου. Νιώθει υπέροχα μέσα στη στολή άγουρης ντομάτας. Ο παραδίπλα ζει συναρπαστικές στιγμές ως πολική αρκούδα. Και κείνη η παρδαλή κολοκύθα πιο πέρα, τι ρωτάς γιατί κάνει έτσι; Όχι, δεν υποφέρει. Απλώς χορεύει. Ξέρω πόσο πολύ θα ήθελες να ήσουν μέλος αυτής της χαρούμενης παρέας μασκαρεμένων ανθρώπων που ο ένας κοπανάει το κεφάλι του άλλου με ένα πλαστικό ρόπαλο. Θα σε αγαπήσουν αμέσως αν τους πλησιάσεις κραυγάζοντας εκκωφαντικά και πετώντας μικρά χρωματιστά χαρτάκια.

Υπάρχουν όμως και οι μη εποχικές μεταμφιέσεις, οι παντός καιρού. Μιλώ για τους μικρούς εναλλακτικούς εαυτούς τους οποίους ενεργοποιούμε όταν ο κυρίως εαυτός μας δεν κολλάει με την περίσταση. Ή όταν θέλουμε τόσο να κολλήσει που, για να ‘μαστε σίγουροι, κόβουμε καμιά παραξενιά, ράβουμε λίγο μυστήριο, και δε σου λέω ότι νοικιάσαμε και στολή, αλλά μια περούκα και μια μύτη τη δουλειά τους την κάνουν.

Ας πιάσουμε λοιπόν μια περίσταση, που ξέρω ότι σ’ ενδιαφέρει. Και ας την πούμε όμορφα και ευρωπαϊκά, φλερτ. Εκεί που η ένδοξη σημαία του κλισεδιάρικου «σ’ όποιον αρέσουμε» υποστέλλεται θριαμβευτικά, εξισώνοντας ακριβοδίκαια και αμείλικτα προσηνείς και ακατάδεχτους, όταν διεκδικούν το σκοτεινό ή και περίλαμπρο αντικείμενο του πόθου τους.

Πρόκειται για παιχνίδι μεταμφιέσεων, και μάλιστα ριψοκίνδυνο. Σε κάθε κίνηση καραδοκεί η γελοιοποίηση, πολύ περισσότερο αν έχεις και μια μικρή ροπή. Και κάτι προειδοποιητικά σήματα, που ίσως βοηθούσαν, πάνε και τα βάζουν όλο πίσω από κάτι δέντρα και πάντα μια ανάσα πριν τις στροφές. Ε και στην εν λόγω κατάσταση τα αντανακλαστικά δεν είναι το δυνατό σου σημείο.

Φταίει και ότι κάθε φορά που σου συμβαίνει να θέλεις έναν άνθρωπο είναι ξάφνιασμα. Σε άλλους πιο συχνά, σε άλλους πιο σπάνια, αλλά σε όλους ξάφνιασμα. Έτσι, η προσπάθειά σου να δώσεις την πιο γοητευτική σου εκδοχή είναι αυθόρμητη. Δεν έχεις προβάρει τίποτα.

Πάντως οι μικρές σου μεταμφιέσεις δεν θα κρίνουν την έκβαση του παιχνιδιού. Είναι ασήμαντες λεπτομέρειες που θαμπώνουν, και αφήνουν αυτό το μυστηριώδες που μοιάζει με ηλεκτρισμό και δημιουργείται ή δεν δημιουργείται ανάμεσα σε δυο ανθρώπους, να κρίνει το αποτέλεσμα.

Κι όπως φεύγουν οι Απόκριες, και κανείς δεν θα σου ζητήσει να ανταπεξέλθεις στα σκληρά καθήκοντα που συνεπάγεται η στολή του Σούπερμαν, του πειρατή ή, πολύ περισσότερο, της άγουρης ντομάτας, έτσι κανείς δεν περιμένει κι από έναν έρωτα συνέπεια στις μεταμφιεσμένες πρώτες εντυπώσεις.


Παρασκευή 5 Φεβρουαρίου 2010

Λόγια


Μια τάση να σνομπάρουμε τις λέξεις την έχουμε. Παραδέξου το. Την προφορική τους τη στολή όμως. Γιατί τα γραπτά μένουν, λέει. Αν είναι να ορίζουμε έτσι εύκολα τι μένει και τι φεύγει, τότε γιατί δεν γίνεται αυτό όταν πρόσωπα και στιγμές καταγράφονται μέσα μου; Κι ας γεμίζω με λέξεις και τα περιθώρια. Ακόμα μια αποφθεγματική χαζομάρα ίσα για να μας μπερδεύει.

Πάμε στις λέξεις που μιλάμε όμως, που δεν έχουν για δικηγόρους φτηνά τσιτάτα να τους δίνουν κύρος και σταθερότητα. Είναι απροστάτευτες αυτές. Παλεύουν διαρκώς με τη ρετσινιά του περιττού. Λίγο να κάνουν πως απομακρύνονται από το βασίλειο της πρακτικότητας κι όλο και κάποιος θα βρεθεί να τις βαφτίσει φλυαρίες.

Τα λόγια είναι σαν τους ανθρώπους. Ανάλογα με το ύφος τους μπορούν να ομορφαίνουν ή να ασχημαίνουν. Ναι, το πιστεύω αυτό, κι ας βάζω έτσι το «τι» στην ίδια μοίρα με το «πώς». Λίγο διαφορετικά να τονιστεί μια φράση που σε πονάει και μεταμορφώνεται σε πληγή και παρηγοριά μαζί. Μια μικρή παύση και η πιο απόλυτη δήλωση βάφεται με αμφιβολία. Ελάχιστα να γλυκάνει η φωνή κι έτσι όμορφα μπερδεύονται οι λέξεις.

Ψύχραιμοι, θυμωμένοι, ανήσυχοι, χαρούμενοι φθόγγοι. Πολύχρωμοι.

Λόγια κουβαλητές. Φορτωμένα αλήθειες ή ψέματα, ανάλογα με την ανάγκη εκείνου που λέει ή του άλλου που ακούει. Γιατί κι οι δυο συνωμοτούν για το περιεχόμενο, ακόμα κι όταν ο ακροατής μοιάζει εγκλωβισμένος στο στατικό του ρόλο.

Ενδιαφέρον έχουν οι λέξεις όταν κοκκινίζουν από θυμό. Τότε γλυτώνουν από τα φίλτρα και ορμάνε στο αντίπαλο αυτί χωρίς στυλ και γουστόζικα αξεσουάρ. Εκτίθενται κι εκθέτουν. Ύστερα βέβαια κάπως ηρεμούν, μαζεύουν τα αναστατωμένα τσουλούφια τους, σκουπίζουν τη μάσκαρα που έχει στάξει στις ανορθόγραφες καταλήξεις τους και μουρμουράνε φάλτσα το σουξέ «δεν το εννοούσα». Το εννοούσες. Ίσως μετάνιωσες που το είπες, ίσως δεν το εννοείς πια, αλλά εκείνη την ξεμαλλιασμένη στιγμή το εννοούσες.

Υπάρχουν κι οι λέξεις που μασουλάνε συμβουλές. Να πούμε μόνο γι’ αυτές που ζητάμε (είτε με λόγια είτε με ανάγκη) κι όχι για κείνες που μας έρχονται ακάλεστες, σαν delivery από φάρσα. Να πούμε μόνο για τις λέξεις-αγκαλιές. Τις θέλουμε, τις αγαπάμε και ξέρουμε ότι πάλι εδώ θα είναι όταν θα έχουμε κάνει τελικά τα δικά μας κουβάρια.

Συχνά μιλάμε για παρεξηγήσεις. Τις περισσότερες φορές προσποιούμαστε παρεξηγήσεις. Γιατί πώς λες παρεξήγηση κάτι που με σαφήνεια δηλώνει διάσταση απόψεων, συναισθημάτων, ανθρώπων; Είναι απλώς μια δυσάρεστη εξήγηση. Σκέτη. Δίχως το «παρά». Χωρίς πρόθεση. Ίσως με προδιάθεση.

Πόσο διαφορετικά επιλέγουν οι άνθρωποι να επικοινωνούν, να τσακώνονται, να αγαπιούνται, να εκφράζονται. Από τη μια είναι τα λόγια, μπόλικα λόγια, παντού λόγια. Επεξηγήσεις, αναλύσεις, περιγραφές. Και ερωτήσεις. Με μισές απαντήσεις, γιατί οι ολόκληρες απαντήσεις δεν χρειάζονται την ερώτηση για να δοθούν. Από την άλλη βλέμματα, κινήσεις, σιωπές, πράξεις. Καθένας με τον τρόπο του, λέει. Και νομίζω ότι έτσι είναι. Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο μένει ό,τι αξίζει να υπάρχει. Μισό ή ολόκληρο.


Σάββατο 30 Ιανουαρίου 2010

Μετακινήσεις


Πού και πού έχω την εντύπωση ότι όλη η αλήθεια ενός ανθρώπου κρύβεται στις μοναχικές μετακινήσεις του. Όχι στις ιδεολογικές. Ούτε στις συναισθηματικές. Στις απλές διαδρομές. Στο δρόμο για τη δουλειά και στο δρόμο για το σπίτι. Και περισσότερο στους δρόμους, στα οχήματα, στις αποβάθρες.

Στο αυτοκίνητο μια κάλυψη την έχεις. Αν μάλιστα κλείσεις και τα παράθυρα, δεν βρίσκουν κάπου οι σκέψεις σου να βγούνε παραέξω. Είσαι σε δικό σου χώρο άλλωστε. Όχι όπως στο δρόμο, στο λεωφορείο, στο τρένο, στο μετρό. Εκεί το μόνο δικό σου, είναι εσύ.

Έχεις και μια παράξενη αίσθηση, σαν να νιώθεις αόρατος σ’ αυτά τα καθημερινά πηγαιν’ έλα. Κι ίσως είναι αυτό που σε κάνει διάφανο στα μάτια των άλλων. Ενώ το δικό σου βλέμμα, σε αυτές τις διαδρομές, δεν είναι ποτέ εκεί που κοιτάζει, μόνο μέσα σου είναι στραμμένο άλλοτε νωθρά και κουρασμένα, άλλοτε με αγωνία ή προσμονή.

Το βήμα της ρουτίνας είναι πάντα βιαστικό. Κι όταν πηγαίνεις κι όταν έρχεσαι. Ενίοτε γίνεται και τρέξιμο, και τότε το πιο πιθανό είναι να καταλήξει σε μια πόρτα που κλείνει αμείλικτα ακριβώς δύο εκατοστά μπροστά από τη μύτη σου. Ναι, εκείνη τη στιγμή συνειδητοποιείς ότι υπάρχει θεός και είναι τιμωρός. Και είναι ο οδηγός του λεωφορείου.

Γι’ αυτό πάρε καλύτερα το μετρό. Εκεί σε συμβουλεύουν κιόλας, αν και σε ειρωνεία μου φέρνει περισσότερο αυτή η νουθεσία για το διάκενο μεταξύ συρμού και αποβάθρας. Πού είσαι καλή μου υπόγεια φωνή στα διάκενα που σε χρειάζομαι και δεν τα βλέπω; Σ’ αυτά δεν έχει προειδοποίηση, κι όλο μεταξύ συρμού και αποβάθρας κουτρουβαλιέμαι, ενώ για μετεπιβιβάσεις νόμιζα πως πήγαινα και τερματικούς σταθμούς.

Και πες ότι είσαι τυχερός –ή ευσεβής, αν ισχύει η μεταφυσική ερμηνεία περί πόρτας. Και επίσης ότι επιδεικνύεις την απαραίτητη προσήλωση στις μυστηριώδεις φωνές και στα αμέτρητα βελάκια με τους προορισμούς. Και επιβιβάζεσαι.

Ακόμα κι αν δεν μπεις στην διαδικασία να αναμετρηθείς με τους πολεμιστές του καθίσματος (να μην μπεις) δυστυχώς θα υποστείς τον αχό της μάχης. Σαν από μακριά όμως. Γιατί έχεις τα δικά σου τα θέματα –επίμαχα ή μη. Και όλα όσα έχεις, νιώθεις, σκέφτεσαι, είσαι, τυπωμένα στο πρόσωπό σου, πιο έντονα από κάθε άλλη ώρα. Συνωστίζονται όλα σου τα προβλήματα, οι λύπες, οι προσδοκίες. Συνωστίζονται κι οι άνθρωποι τριγύρω. Αλλά μοναδικός συνεπιβάτης ο εαυτός σου.

Καθημερινές διαδρομές. Πόσο ασήμαντο κομμάτι της μέρας σου. Τυχαία συνυπάρχεις για λίγο με την καθημερινή διαδρομή κάποιου άλλου. Είναι δίπλα σου. Δεν τον βλέπεις. Ίσως ανταλλάξετε μια αφηρημένη ματιά. Αλλά δεν τον βλέπεις. Κι όμως, είναι οι πιο αληθινές στιγμές σου. Και οι πιο αληθινές στιγμές του. Λείπει μόνο ένα βλέμμα. Συμβαίνει.


Παρασκευή 22 Ιανουαρίου 2010

Φλυαρίες


Οι άνθρωποι χωρίζουν τους ανθρώπους σε κατηγορίες βάσει πολλών κριτηρίων. Θα παραμείνω σε μερικά από κείνα που έχουν να κάνουν με πρακτικές συνήθειες. Τα κριτήρια που θα μας σύρουν σ’ άλλα μονοπάτια ας τ’ αφήσουμε καλύτερα γι’ απόψε, γιατί είχα μια δύσκολη εβδομάδα, Άρη στον Τοξότη, πολλά νεύρα, άρα ελάχιστη ψυχραιμία για συζήτηση τέτοιου τύπου. Και έχει φοβηθεί το μάτι μου τελευταία, γιατί εκεί που δεν το περιμένεις σου πετάγονται κάτι τσιρίδες να σου πουλήσουν δημοψηφίσματα για τ’ αυτονόητα, να σε πείσουν ότι τα δικαιώματά σου θα καθοριστούν από το χρώμα των ματιών σου και τις γραμμές της παλάμης σου.

Σου είπα μη με τσιγκλάς κι έρχεται και κύμα κακοκαιρίας. Βέβαια αυτό που με τρομάζει περισσότερο είναι το κύμα της σκέτης κακίας, σε οικονομική βάση πάντα, γιατί ρατσιστής δεν είναι κανένας, όλα κι όλα, αυτό δηλώνεται πάντα εξαρχής.

Ας απομακρυνθούμε λοιπόν τώρα από τα σημαντικά να πιάσουμε τις ανώδυνες φλυαρίες. Άλλωστε έχει μεγάλη διάδοση αυτή η τακτική, είναι που τη διδάσκουν και στα σχολεία.

Υπάρχουν λοιπόν οι άνθρωποι που ξυπνούν νωρίς και οι άλλοι που δεν έχουν ξυπνητή ζωή πριν το μεσημέρι. Και δε μιλώ μόνο για υποχρεώσεις και αναγκαίες συνθήκες. Ο τύπος του μεσημεριού, όταν πρέπει, θα πιεστεί, θα υποφέρει, θα πιει καφέ. Και θα συνεχίσει να υποφέρει. Το ξυπνητήρι είναι εχθρός του, ενώ του άλλου, του πρωινού ανθρώπου, είναι τμήμα του εγκεφάλου του. Ουδετερότητα δεν θα τηρήσω σε αυτό το μείζον θέμα. Θα ταχθώ στο πλευρό των βασανισμένων ψυχών του μεσημεριού, θα προτιμήσω μια χαμένη μέρα από μια νυσταγμένη μέρα, ενώ στη δογματική διατύπωση ότι «το πρωινό ξύπνημα είναι υγεία», θα αντιτάξω μια αυταπόδεικτη αλήθεια: όταν κοιμάμαι δεν καπνίζω.

Ένα ακόμα επίμαχο ζήτημα είναι η συνέπεια στα ραντεβού. Εδώ έχουμε την κατηγορία του «Εγγλέζου», ενώ η άλλη κατηγορία δεν αποδίδεται ως εθνικό χαρακτηριστικό, ωστόσο συχνά παίρνει το όνομα κάποιου ζώου (λόγου χάρη γαϊδούρι). Κι αυτό δεν είναι σωστό πράγμα. Γιατί οι καημένοι οι αργοπορημένοι καθόλου αδιάφοροι δεν είναι για την αναμονή του Ευρωπαίου. Και μάλιστα περνούν μεγάλο άγχος σε όλη αυτή την καταδικασμένη πορεία τους προς τη συνέπεια (μπορείς να το δεις και στο αγωνιώδες βλέμμα τους όταν φτάσουν, αρκεί να περιμένεις).

Δύο επίσης εκ διαμέτρου αντίθετες περιπτώσεις συναντάμε και στη σχέση των ανθρώπων με το χώρο τους. Από τη μια εκείνοι που τα καταφέρνουν μια χαρά με την επιχείρηση εντοπισμού μιας μπλούζας κάτω από ένα ρούχινο λόφο, κι από την άλλη όσοι μπορούν να πάθουν νευρικό κλονισμό στη θέα μιας μονής κάλτσας ή στην έλλειψη ενός σουβέρ. Αν ισχύει αυτό που λένε ότι όταν δεις το σπίτι κάποιου καταλαβαίνεις πόσο τακτική και περιποιημένη είναι και η ζωή του, τότε χτύπα καλύτερα το κουδούνι και κατεβαίνω, γιατί σαν να μου ‘ρθε μια λαχτάρα να δω τη θάλασσα.

Μ’ αυτά και με κείνα πάντως, οι πρωινοί τύποι συναντιούνται με τους μεσημεριανούς κάπου προς το απόγευμα, οι συνεπείς αγκαλιάζουν τους αργοπορημένους φίλους τους έστω και με λίγη γκρίνια, ενώ παραμένει ανεξήγητο εκείνο το μυστήριο που κάνει τους τακτικούς ανθρώπους να ερωτεύονται ακατάστατους. Και κάπως έτσι συμβιώνουμε κι αγαπιόμαστε. Χωρίς δημοψηφίσματα.


Παρασκευή 15 Ιανουαρίου 2010

Μωρά

Χθες γεννήθηκε ένα μωρό. Εντάξει, χθες γεννήθηκαν πολλά μωρά, να ‘ναι καλά αλλά δεν μας αφορούν όλα. Εμείς ένα περιμέναμε, ήρθε, χαρήκαμε, ευχηθήκαμε, του διαλέξαμε ρούχα, αξεσουάρ, σπουδές, χαρές, μοίρα.

Είναι κορίτσι. Και είναι όμορφη. Βέβαια όλα τα μωρά όμορφα είναι. Ε, κάποια είναι λίγο άσχημα. Πάντως όλα είναι σαν παιχνίδια.

Και βέβαια δε μιλάμε για ολοδικά μας μωρά, που έχουμε την ευθύνη τους και τον πονοκέφαλό μας. Εμείς δεν έχουμε μάθει ακόμα να κοιτάμε δεξιά κι αριστερά όταν περνάμε το δρόμο. Άσε που λίγο να ζοριστούμε και την κρίση πανικού την έχουμε στο τσεπάκι. Για παιδιά είμαστε; Εδώ ξεχνάμε να ταΐσουμε το χρυσόψαρο. Να μου πεις, το ψάρι κλαίει όταν πεινάει; Δεν κλαίει. Άρα ένα μωρό έχει περισσότερες πιθανότητες να το θυμηθείς.

Αλλά κάτι ακούγεται ότι τα μωρά δεν κλαίνε μόνο όταν πεινάνε. Κλαίνε και γι’ άλλους λόγους. Και πρέπει να μαντέψεις. Όπως με τις γυναίκες. Και τότε τι κάνεις; Η κοινή λογική λέει ότι ανάβεις τσιγάρο. Στην εν λόγω περίπτωση πάλι αυτό κάνεις, αλλά ή στο μπαλκόνι ή με το κεφάλι σου μέσα στον απορροφητήρα.

Ευτυχώς τέτοιες επικίνδυνες αποστολές δεν μας επιφυλάσσουν τα μωρά των άλλων, εκείνων που αγαπάμε, άρα αυτομάτως αγαπάμε και τα μωρά τους. Άλλωστε ένα απόθεμα αγάπης κληρονομούμε όλοι, και στην πορεία είτε το διατηρούμε είτε το επεκτείνουμε είτε το καίμε.

Κάθε νεογέννητος άνθρωπος υποχρεούται να ανεχτεί μια σειρά από επισκέψεις-άχου-το-να-σας-ζήσει. Οι άντρες επισκέπτες χαμογελούν κάπως αμήχανα και μια δόση ατσουμπαλοσύνης προστίθεται περιέργως σε κάθε τους κίνηση. Οι γυναίκες από την άλλη είναι πιο επιρρεπείς στο σόου. Ίσως φταίει που έχουν και μουσική υπόκρουση, ένα καμπανάκι (μη με ρωτάς περισσότερα γι’ αυτό, όταν ακούω να το αναφέρουν, σα σύνθημα μου μοιάζει, αλλά δεν μου το εξηγούν γιατί το παρασύνθημα δεν το ‘χω). Πέρα απ’ όλα αυτά όμως, αν σκάψεις λίγο την αντίδραση, θα βρεις την αναπόφευκτη συγκίνηση μπροστά στην καθαρή, πρώτη ματιά ενός πλάσματος σε ό,τι για μας έχει παλιώσει.

Κοριτσάκι που γεννήθηκες χθες έχεις όλη τη ζωή μπροστά σου. Θα σου το ξαναπούν πολλές φορές αυτό αλλά μόνο τώρα είναι απόλυτη αλήθεια.

Τώρα που κλαις δεν έχω ιδέα τι γίνεται μέσα σου αλλά νομίζω δε σκέφτεσαι. Μετά, όσο πιο πολύ σκέφτεσαι τόσο περισσότερο θα κλαις.

Και θα δεις πολλά και θ’ ακούσεις πολλά, μα δε σου τα λέω από τώρα γιατί μετά θα τα ξέρεις και θα βαριέσαι.

Ψέματα. Δεν έχω άλλα να σου πω. Γιατί μοιάζουμε σε κάτι εμείς οι δυο κοριτσάκι. Δεν έχουμε συμπεράσματα. Εσύ γιατί δεν έχεις παρελθόν, εγώ γιατί διεκδικώ το προνόμιο να αλλάζω γνώμη κάθε μέρα.


Σάββατο 9 Ιανουαρίου 2010

Αταξίδευτος.


Ποτέ δε χώνεψα τα ταξίδια. Αλλά ποτέ. Και ναι είναι πρόβλημα, σχεδόν ντροπή. Οι άνθρωποι σε κοιτάζουν με ένα μίγμα απορίας και οίκτου όταν τολμάς να πεις κάτι τέτοιο. Δεν το θεωρούν φυσιολογικό. Τα ταξίδια είναι χαρά, διακοπές, αποδράσεις, δώρα σε τηλεπαιχνίδια. Πώς γίνεται να μη σου αρέσουν; Ε γίνεται.

Δεν είναι η καθημερινότητά μου υπέροχη, δεν είναι συναρπαστική η ζωή μου, δεν ξυπνώ κάθε πρωί ατενίζοντας με χαρά την καινούργια μέρα. Δεν βρίσκω όμως το λόγο για να αρπάξω το πρώτο τρένο, πλοίο, αεροπλάνο προκειμένου να αλλάξω παραστάσεις. Δε φταίνε οι παραστάσεις αγάπη μου, οι ενστάσεις μου φταίνε κι απ’ αυτές θα έχω να σέρνω όπου και να κουβαληθώ.

Παραδέχομαι ότι το τρένο είναι ένα μέσο ρομαντικό, ερωτικό, μυστηριώδες (άλλωστε τόσες σεκάνς μέσα σε βαγόνια αρκούν για να μας πείσουν). Το πλοίο σού δίνει τη μοναδική ευκαιρία να ξεκουράσεις το βλέμμα σου πάνω σε όλα τα χρώματα της θάλασσας που, όπως και να το κάνουμε είναι ηρεμιστικό, κυρίως σε συνδυασμό με δυο τρεις δραμαμίνες. Ενώ το αεροπλάνο σού δίνει τη μοναδική ευκαιρία να λες ότι υποφέρεις από τζετ λαγκ, σαφώς πιο σικάτο από τη ναυτία.

Έτσι λοιπόν μπορείς να αποδράσεις, να εκδράμεις ή να κοσμογυριστείς. Κι άσε με εμένα σπίτι. Ίσως κατά βάθος κι εσύ αυτό να θες. Αλλιώς δε θα πάλευες να χωρέσεις όλο σου το σπίτι σε μια βαλίτσα.

Και μετά που θα γυρίσεις θα πρέπει να λες σε όποιον βρεθεί μπροστά σου πόσο καταπληκτικά πέρασες. Γιατί όλοι θα σε ρωτάνε. Κι αυτοί που δεν τους νοιάζει πάλι θα σε ρωτάνε. Ακόμα κι αν βαριόσουν, αν τσακώθηκες, αν χώρισες, καταπληκτικά θα λες ότι πέρασες. Γιατί άλλο αέρα έχει η πλήξη και η μιζέρια σου με φόντο αποσκευές. Πιο κοσμοπολίτικο.

Η δική μου αφόρητη πλήξη όμως είναι όταν πρέπει να δω όλες τις φωτογραφίες από το ταξίδι σου. Όταν δε με νοιάζει και πέφτω στην παγίδα της τυπικής ερώτησης. Μα γιατί να πρέπει να δω όλα τα εκθέματα του μουσείου κακοφωτισμένα και αδιάφορα; Ποια ανάγκη σε σπρώχνει να απαθανατίσεις και την τελευταία αρχαία πόρπη; Άσε που πολλές φορές έχω και ξενάγηση. Μα πρέπει να καταθέσεις όλη τη σπουδαία γνώση που αποκόμισες πριν περάσεις στη ρημάδα την επόμενη φωτογραφία; Οι ψηφιακές μηχανές μ’ έχουν καταστρέψει. Κάποτε περνούσαν από μπροστά μου δύο, τρία, άντε τέσσερα φιλμάκια. Τώρα πια μιλάμε για εκατοντάδες στιγμιότυπα. Ανελέητες κάρτες μνήμης.

Κλείνοντας αυτή τη φιέστα γκρίνιας πρέπει να σου εξομολογηθώ ότι υπερέβαλα λιγάκι. Εντάξει, δεν είναι ένα ταξίδι ό,τι χειρότερο μπορεί να μου συμβεί. Ίσως κάποια μέρη, πιο πολύ κάποιοι άνθρωποι με ξεσηκώνουν πού και πού να κουβαλήσω το καβούκι μου λίγο πιο πέρα. Όσο για τις ατελείωτες φωτογραφίες, ακόμα κι ένας σκοτεινός αγκώνας δίπλα στη Νίκη της Σαμοθράκης μπορεί να είναι ενδιαφέρων. Αρκεί να είναι αγαπημένος αγκώνας.

Αν δεν εγκαταλείπω εύκολα τα συνήθη μου είναι γιατί έχω μια αδυναμία στα οικεία. Οικείοι χώροι, οικείοι κώδικες, οικεία πρόσωπα, οικεία σώματα. Αλλά επίσης σαν να αγαπώ εκείνα τα άγνωστα που, μ’ έναν τρόπο παράξενο, μου είναι οικεία.


Δευτέρα 4 Ιανουαρίου 2010

Παραφορά


«Ο χρόνος γλύπτης των ανθρώπων παράφορος» λέει ο ποιητής. Και σίγουρα του αξίζει κάτι καλύτερο (του ποιητή) από το να τον θυμάμαι κάθε γενέθλια (δικά μου) και κάθε Πρωτοχρονιά (όλων).

Δεν θα προχωρήσω σε ανάλυση του στίχου, μην ανησυχείς, έτσι τον έριξα το νομπελίστα, να σου πουλήσω επίπεδο. Είναι και που μου κάνει εντύπωση που εξακολουθεί να ισχύει τούτη η παράφορη γλυπτική παρά την επέλαση της ρετινόλης και του υαλουρονικού οξέος.

Κι αυτούς που λένε πόσο τους αρέσει να μεγαλώνουν και πόσο συμφιλιωμένοι είναι με τις ρυτίδες τους, ε δεν τους πιστεύω. Δε λέω, καλή είναι η εμπειρία ζωής, μόνο στη μούρη μου δεν τη θέλω.

Νεότητα λοιπόν, η καλύτερη επένδυση. Αρκεί να τάξεις ψίχουλα νεότητας σε μια γυναίκα και είναι έτοιμη να πασαλειφτεί, και μάλιστα περιχαρής, με χαβιάρι και σάλια σαλιγκαριού. (Μα καλά, τι συμβαίνει μ’ αυτές τις εταιρείες καλλυντικών; Συντηρούν ολάκερα εκτροφεία;)

Και βέβαια, δεν πας πουθενά χωρίς ενυδάτωση. Όχι καλέ το νερό της βρύσης που είναι όλο άλατα και αηδίες. Νερά ιαματικά από πηγές με ονόματα εξωτικά –θαρρώ πως άρπαξαν τις νύμφες που χορεύουν εκεί πέρα και τις στρίμωξαν σε σελίδες περιοδικών για τις διαφημίσεις τους –αφού τις φωτοσόπαραν λίγο.

Το νου σου μην αγνοήσεις το αντηλιακό. Ποια παραλία; Και μέχρι το περίπτερο να πας ένα σαραντάρι χτύπα το. Γιατί ο ήλιος είναι κακό πράμα. Σε γερνάει αμέσως. Δηλαδή όχι αμέσως, αλλά σε δέκα χρόνια σίγουρα θα δεις τις καταστροφικές του συνέπειες στο δέρμα σου. Και άντε τότε να καταλάβεις για ποιες γραμμές φταίει η φωτογήρανση και για ποιες η σκέτη γήρανση η σκοτεινή.

Στις πλαστικές επεμβάσεις δεν χρειάζεται να αναφερθώ διεξοδικώς. Όλοι ξέρουμε ότι πλέον σου δίνουν και μπόνους γενναιότητας όταν «το παραδέχεσαι». Και μη φοβάσαι με κάτι παραμορφωμένες περιπτώσεις που μια μικρή λουρίδα (τεντωμένου) δέρματος χωρίζει τα φρύδια τους από τα μαλλιά τους. Ακόμα κι αν έχεις παρόμοιο αποτέλεσμα, έτσι θα χαίρεσαι κι εσύ κι έτσι θα καμαρώνεις.

Τα μπότοξ και τα λοιπά ενέσιμα εμφυτεύματα (ένα σκιάξιμο μου το φέρνει πάντως η ορολογία) είναι διαδικασίες γρήγορες, ανώδυνες και μάλιστα έχουν ένα ενδιαφέρον: σου δίνεται η ευκαιρία να παρατηρείς μέρα με τη μέρα το ανορθωμένο δέρμα να επανέρχεται στη μοιραία του κατάσταση κι έτσι, μέχρι να το ξαναβολέψεις, έχεις ήδη παρακολουθήσει ένα εξαιρετικό ντοκιμαντέρ.

Και μιλώ περισσότερο για τις γυναίκες διότι παραδέξου το, ένα μικρό ρατσισμό του τον έχουμε φορτώσει του κυρίου χρόνου. Η ίδια φθορά που κάνει έναν άντρα γοητευτικό, τη γυναίκα την κάνει σπασμένη (σε πρόσωπο και νεύρα). Από κάποια στιγμή και πέρα όμως αποκαθίσταται η τάξη και η ισότητα. Και είμαστε όλοι γέροι. Άλλος πιο γλυκός, άλλος πιο ξινός, αλλά γοητευτικός κανένας.