Παρασκευή, 12 Νοεμβρίου 2010

Εκλογές

Παλιά οι Κυριακές των εκλογών ήταν εκείνες οι Κυριακές που δεν υπήρχε λόγος να ξυπνήσεις νωρίς για να δεις παιδικά, γιατί η τηλεόραση έπαιζε όλη μέρα κάτι εκπομπές για μεγάλους. Άμα ήθελες μπορούσες να τις δεις, δεν ήταν ακατάλληλες, αλλά δεν ήθελες, βαριόσουν γιατί λέγανε για κόμματα και τέτοια.

Μέχρι το απόγευμα μιλάγανε και δείχνανε κάτι ανθρώπους που πηγαίνανε και ψηφίζανε και μερικοί ήταν κάτι φάτσες από τις ειδήσεις. Αυτοί μένανε και λίγο ακίνητοι με το φάκελο στο χέρι πριν τον ρίξουν και είχε λίγη πλάκα γιατί έμοιαζε με ένα δύο τρία στοπ και άρεσε σε πολύ κόσμο γιατί τους βγάζανε φωτογραφίες. Καμιά φορά αυτοί είχαν μαζί τους και τα παιδιά τους και σκεφτόσουν ότι κι αυτά βαριόντουσαν που εκείνη τη μέρα δεν είχε παιδικά.

Ήταν και κάτι άνθρωποι που τους έλεγαν μπράβο μπράβο θα νικήσουμε κι αυτοί τους πίστευαν και ήταν χαρούμενοι και δίνανε τα χέρια. Ύστερα λογικά θα πηγαίνανε λίγο σπίτι τους. Μπορεί να είχανε κι εκεί κοτόπουλο στο φούρνο με πατάτες όπως στο δικό σου σπίτι και στο τραπέζι μάλλον οι μεγάλοι θα λέγανε ποιος λες να βγει. Και σίγουρα είχαν ακόμα περισσότερη αγωνία από τους δικούς σου γιατί προφανώς τους αφορούσε κάπως πιο προσωπικά.

Όταν τελείωναν το φαγητό τους, μάλλον πολύ βιαστικά, φόραγαν πιο επίσημα ρούχα και τρέχανε στην τηλεόραση αλλά εκεί δεν έπαιρναν μαζί τους και τα παιδιά τους. Ίσως επειδή δεν είχαν τελειώσει τα μαθήματά τους ή για να μην τα τραβολογάνε όλο το βράδυ από κανάλι σε κανάλι και νυστάζουν και γκρινιάζουν τα καημένα.

Το απόγευμα δεν είχε Ρούλα Κορομηλά, αφού ήταν Κυριακή των εκλογών και είχε μόνο αυτούς από τις ειδήσεις. Έπαιζε και το Μαυρογιαλούρο βέβαια λίγο το μεσημέρι και γέλαγες γιατί όλο μούντζωνε μαζί με τους άλλους και στην πραγματικότητα μούντζωνε τον εαυτό του αλλά οι άλλοι δεν το ξέρανε.

Μετά είχε αυτό που το λέγανε αποτελέσματα και στην αρχή περίμεναν λέει να κλείσουν οι κάλπες και συζητούσανε πολύ γενικά πράματα γιατί μπορεί κάποιος να πήγαινε να ψηφίσει τελευταία στιγμή και να τον επηρεάζανε κι αυτό απαγορεύεται. Πάντως τις άλλες μέρες δεν απαγορεύεται. Μόνο τότε.

Μέχρι να κοιμηθείς είχε αποτελέσματα και σε αφήνανε να πας για ύπνο πιο αργά από τις άλλες Κυριακές γιατί δεν είχες σχολείο την επόμενη μέρα αφού και στο σχολείο σου είχε εκλογές και θα το ‘χαν κάνει άνω κάτω.


Παρασκευή, 5 Νοεμβρίου 2010

Ψήφος

Κάθε μέρα έχει τα κλισέ της. Και η Κυριακή τα περισσότερα. Άμα είναι μια συνηθισμένη Κυριακή λες έχω μελαγχολία. Άμα είναι Κυριακή των εκλογών λες πάω να ψηφίσω. Τον τελευταίο καιρό μπορεί να λες και σιγά μην πάω να ψηφίσω. Δημοκρατία έχουμε άλλωστε, ακόμα και στα κλισέ έχεις μια γκάμα επιλογής.

Την ψήφο σου είτε τη θεωρείς ουσιαστικό πράμα είτε όχι, οφείλεις πάντως να τη θεωρείς θηλυκό. Άμα την πεις ο ψήφος θα σε διορθώσουν και θα σε χλευάσουν. Ακόμα κι αν είσαι παίκτης ριάλιτι. Λες και οι ελλιπείς σου γνώσεις πάνω στα δευτερόκλιτα είναι πιο γελοίο από το ότι είσαι παίκτης ριάλιτι.

Όταν λοιπόν δεν ψηφίζεις στην τηλεόραση ή από το κινητό σου, ψηφίζεις σε παραβάν. Αυτά που μοιάζουν με δοκιμαστήρια, μόνο που δεν έχουν καθρέφτες. Ή μάλλον έχουν τον καθρέφτη σου, που τον κλείνεις γρήγορα στο φάκελο και τον πετάς σ’ ένα κουτί που το λένε κάλπη. Γιατί ήρθε η περιβόητη η ώρα της κάλπης που είναι πολλές ώρες, μέχρι τη δύση του ηλίου. Και σε αυτή την περίσταση λένε πάντα δύση του ηλίου, όχι ηλιοβασίλεμα γιατί τότε δε θα είχαμε εκλογές αλλά ρομαντζάδα.

Για να ψηφίσεις πας στο χωριό σου. Άμα δεν έχεις χωριό έχεις παιδικά τραύματα: εκείνο το σκέφτομαι και γράφω με θέμα το χωριό μου που όλα τα παιδάκια γράφανε για κάτι ανάμεσα σε παράδεισο και ζωολογικό κήπο κι εσύ έλεγες δεν έχω χωριό τι να γράψω. Και σου ‘λεγε ο δάσκαλος καλά εσύ γράψε για το σπίτι σου.

Η ψήφος είναι μυστική, δεν τη λες σε κανέναν. Εκτός αν θες να την πεις, δεν απαγορεύεται. Και να τη φωνάξεις μπορείς, επίσης υπάρχουν και σημαίες, πλαστικές και σαφέστατες. Όταν όμως ρωτάς τον άλλον άνθρωπο τι θα ψηφίσει ή αγένεια είναι ή γκάλοπ.

Πριν τις εκλογές βγαίνουν πολλά γκάλοπ που τα παραγγέλνουν διάφοροι. Και είναι κάπως παράξενο να παραγγέλνεις κάτι που δεν ξέρεις τι θα είναι. Πεταμένα λεφτά. Άντε να γίνεται καμιά φορά έτσι με τον Αϊ-Βασίλη, που άλλωστε εκεί μιλάμε για δώρα, κι όμως άμα σου φέρει κάτι που δε σ’ αρέσει και πολύ, το δίνεις στους γονείς σου να πάνε να τ’ αλλάξουν.

Πάντως το αποτέλεσμα κρίνεται τελικά από την ψήφο των αναποφάσιστων κι είναι πολύ άδικο αυτό. Γιατί χτυπάς τον άλλον στην αδυναμία του. Και πώς να πάρει μια απόφαση ψύχραιμη ο δόλιος ο αναποφάσιστος όταν φορτώνεις την απόφασή του με αποφασιστική σημασία;


Παρασκευή, 29 Οκτωβρίου 2010

Υποσχέσεις

Οι υποσχέσεις είναι πάντα της μόδας αλλά βγαίνουν σε περισσότερα χρώματα κάθε φορά που πλησιάζουν εκλογές. Αυτές οι προεκλογικές είναι δημόσιες υποσχέσεις. Δεσμεύεσαι δηλαδή μπροστά σε πολύ κόσμο, όχι αστεία.

Τις προεκλογικές υποσχέσεις δεν τις πιστεύει κανείς. Είναι όμως πάντα χρήσιμες για να κατηγορείς μετά αυτό που βγήκε και να λες όλοι ίδιοι είναι. Κι άμα αυτό που βγήκε δεν το ψήφισες έχεις το πλεονέκτημα του εγώ-σας-τα-λεγα. Άμα το ψήφισες έχεις το μεγαλύτερο πλεονέκτημα του μας-εξαπάτησαν.

Και λες έτσι είναι οι πολιτικοί, όλο θα και υποσχέσεις. Κι ανοίγεις την τηλεόραση και παίζει πάλι το Μαυρογιαλούρο. Που επιβάλλεται σε αυτή την περίσταση όπως ο Ντίκενς τα Χριστούγεννα και ο Βαραββάς τη Μεγαλοβδομάδα. Που απορώ πώς δε βαρέθηκες πια τόσο ασπρόμαυρο Κωνσταντάρα, μα θα μου πεις όταν τον χρωμάτισαν όλο τον τρελοπενηντάρη έκανε. Και άλλωστε ο Μαυρογιαλούρος είναι πάντα επίκαιρος. Μα δεν υπάρχει και τίποτα που δεν το θεωρείς επίκαιρο. Και τις βάτες ακόμα που τις είχες για ξεπερασμένες πήγες και τις ξανάφερες στη μόδα, επίκαιρες τις έκανες κι αυτές.

Αλλά να πάμε λίγο και στις υποσχέσεις τις απολιτίκ, που εκεί ποντάρεις λίγο περισσότερο γιατί τον έχεις απέναντι τον άλλον άνθρωπο και σε κοιτάει. Μόνο που η τήρηση της υπόσχεσης ούτε εδώ είναι πολύ πιθανή. Γιατί αφού χρειάζεσαι να λάβεις υπόσχεση σημαίνει πως δεν έχεις και πολλή εμπιστοσύνη. Και με πιάνει μια προθυμία να σε δικαιώσω αφού δε μ’ εμπιστεύεσαι.

Οι υποσχέσεις κυκλοφορούν και σε μορφή όρκου. Εκεί ανακατεύεις και τα όσια και τα ιερά του καθενός, που έχουν μεγάλη γκάμα. Ό,τι αγαπάει τέλος πάντων τον βάζεις να επικαλεστεί, μπας και τον δέσεις έτσι με ντροπή ή τρόμο. Γιατί είναι τα καλύτερα όπλα αυτά, σαν ομηρία ένα πράμα.

Την υπόσχεση τη λένε και τάξιμο, και κάτι θρησκευτικό μού κάνει αυτό. Μπορεί και να με επηρεάζει που για την περίσταση φοράνε στους λαγούς τα πετραχήλια. Υπάρχει και μια συμβουλή βέβαια, να μην τάζεις κεριά και κουλούρια σε αγίους και παιδιά αντιστοίχως. Που αν κατάλαβα καλά, εννοεί ότι μετά θα σε ζαλίσουν να τους κάνεις το χατίρι. Και για τα παιδιά να το καταλάβω, αλλά εκεί με τους αγίους το χάνω λίγο, γιατί μάλλον κάποια μεταφυσική εμπειρία εννοεί κι εμένα κάτι τέτοια με μπερδεύουν.


Παρασκευή, 22 Οκτωβρίου 2010

Αντίθετα


Όταν μιλάμε για αντίθετα πράματα εννοούμε πως ό,τι δεν είναι το ένα είναι τ’ άλλο. Το καμία σχέση δηλαδή. Κι εκεί που έχεις ένα θέμα ξεκάθαρο, αδιαπραγμάτευτο τέλος πάντων, έρχονται και σου λένε όχι, θα τα συμβιβάσουμε τ’ αντίθετα, θες δε θες.

Η επιχείρηση συμβιβασμού των αντιθέτων ξεκινάει με αναφορές σε νόμους της φυσικής, που δεν την κατέχεις. Να σε πιάσει αδιάβαστο να μην μπορείς να διασταυρώσεις άμα σου λένε ανακρίβειες. Τα αντίθετα έλκονται, να το δεχτώ, μη σε κακοκαρδίσω, αλλά αποφάσισε επιτέλους άμα θες να μιλήσουμε για μαθήματα ή για ανθρώπους. Κι άμα θες να τα παραλληλίσουμε εξήγησέ μου πρώτα σε τι βάση με ταυτίζεις με μπαταρία.

Αυτά με τις φυσικές έλξεις των αντιθέτων μπορείς να τα βρεις σε κάτι στήλες περιοδικών που λέγονται σχέσεις. Που ειλικρινά με απασχολεί αν είναι ακόμα πιο αδιάφορες κι από το αφιέρωμα-αυτοκίνητο ή τα διακόσμηση, ντεκορασιόν και λοιπά στολίσματα. Αυτές οι εμβριθείς αναλύσεις λοιπόν τους αταίριαστους ανθρώπους θέλουνε σώνει και καλά να τους κάνουν να έλκονται, να παντρέψουν τις αντιθέσεις που λέμε. Και τι τους νοιάζει, άλλωστε δε θα πληρώνουν αυτοί τους δικηγόρους για τα διαζύγια. Ανακατεύουν και λίγη χημεία κάπου εκεί, υπάρχει χημεία στα αντίθετα, κι άλλη πρώτη δέσμη δηλαδή, να σε θολώσουν τελείως.

Και βέβαια σε τούτη τη σπουδαία αποστολή συμβιβασμού των αντιθέτων, σιγά μη δεν ανακατεύονταν τα κινέζικα που όλο κάτι σοφίες πάνε και σου αραδιάζουν και τις λένε παροιμίες. Σα να πήρε ο Κινέζος σοφός τα στιχάκια από το ημερολόγιο και τους χάλασε την ομοιοκαταληξία. Εδώ λοιπόν με τ’ αντίθετα είναι πιο πονηρή η μέθοδος. Αφήνει τις χημείες και τις φυσικές και πιάνει τη φιλοσοφία, που ήταν κι επιλεγόμενο μάθημα αλλά εσύ είχες πάρει ψυχολογία που είχε λιγότερο διάβασμα, άσε που πέρναγες τότε και το ψυχοψάξιμο του εφήβου. Και σου ανακατεύει κάτι ορολογίες μονοσύλλαβες που είναι ύπουλα τα μονοσύλλαβα, σε αιφνιδιάζουν. Λες κι είχα και στο χωριό μου γιν και γιανγκ, εδώ με δυσκολία έμαθα να λέω το φενγκ σούι, ίσα για να το πετάμε κάπου άσχετα, να λέμε καμιά εξυπνάδα. Αλλά εκεί με τα αντίθετα ο Κινέζος ο σοφός κάνει ένα κόλπο φτηνό, γιατί βρίσκει και πατάει στην αδυναμία σου. Ισορροπία σου πουλάει κι άντε μετά να του πεις φύγετε κύριε δε θέλουμε πλασιέ.

Μόνο που τα δικά σου αντίθετα, όσο και να σε κουράζουν και να σε ταλαιπωρούν αντίθετα τα θέλεις πάντα. Το πολύ-πολύ να τα συνηθίσεις κάπως, ίσα για να μη σου χαλάνε το φενγκ σούι.


Παρασκευή, 15 Οκτωβρίου 2010

Φήμες

Ερπετό λένε οι άνθρωποι ό,τι σέρνεται. Πρόκειται πάντα για κάτι σπονδυλωτό, και μια τέτοια περίπτωση είναι άλλωστε οι φήμες.

Κάθε είδηση που ισχύει στα σίγουρα λέγεται πληροφορία. Μετά που αποδεικνύεται ότι δεν ίσχυε στα πολύ σίγουρα της αλλάζεις όνομα και λες ότι ήταν μόνο φήμη. Υπάρχει βέβαια και η διάκριση των πληροφοριών σε εξακριβωμένες και ανεξακρίβωτες αλλά αυτό δεν το καταλαβαίνω πολύ καλά γιατί άμα δεν έχει εξακριβωθεί από πουθενά η πληροφορία σου τι την κάνει πληροφορία; Κουτσομπολιό να την πεις να συνεννοούμαστε. Άμα πάλι τη χαρακτηρίσεις ανεπιβεβαίωτη πάει μακριά, και δε μετράει για πληροφορία αλλά για προσδοκία.

Η φήμη διαδίδεται σαν τη θερμότητα κι έννοια σου, υπάρχουν πολλοί καλοί αγωγοί της φήμης. Από στόμα σε στόμα και γίνεται αυτό το παιχνίδι που το λένε χαλασμένο τηλέφωνο και δεν έχει καμία βάση. Γιατί στα χαλασμένα τα τηλέφωνα λες δεν έχω σήμα ξαναπάρε, δεν κάθεσαι ν’ ακούσεις σκόρπιους φθόγγους για να σκαρώσεις λέξεις. Ούτως ή άλλως στο παιχνίδι αυτό το τηλέφωνο δεν είναι καθόλου χαλασμένο, μια χαρά ακούς τη λέξη, την αλλάζεις όμως λίγο για να έχει πλάκα. Αν και δε νομίζω ότι είναι ξεκαρδιστική υπόθεση να πεις μπαλόνι αντί για παντελόνι. Ωστόσο αυτό ακριβώς συμβαίνει με τις φήμες. Και ούτε εδώ έχει πλάκα.

Η φήμη μπορεί και να είναι διαφήμιση. Ή δυσφήμιση. Και στις δύο περιπτώσεις κοστίζει. Για την πρώτη πληρώνεις διαφημιστές, για τη δεύτερη δικηγόρους. Γιατί τη φήμη σου την έχεις για πολύ σημαντικό πράμα. Τη λες και υπόληψη και μόνη της η λέξη έχει ένα βάρος και μια διάθεση παρεξηγιάρικη, μη σου πω κι εξώδικη.

Από τις φλύαρες τις φήμες λοιπόν που κυκλοφορούν και διαδίδονται φυτρώνει η φήμη του καθενός, καλή, κακή, και τέτοιες βολικές αντιθέσεις. Καμιά φορά διίστανται οι απόψεις και τότε χαίρεσαι λίγο από μέσα σου γιατί είναι και πιασάρικη αυτή η εκδοχή. Και αν μη τι άλλο έχεις φήμη, που πάει να πει ανθρώπους που σε συζητάνε, αμφιλεγόμενη διασημότητα στο μικρόκοσμό σου.

Η απόλυτη όμως καταξίωση της φήμης είναι το περίφημο. Και δε νομίζω πως υπάρχει πιο πονηρή λέξη απ’ αυτόν το φαινομενικά αθώο χαρακτηρισμό. Λέξη-παγίδα. Σα να ‘ναι αυτονόητο πως το γνωρίζεις το περίφημο και το θαυμάζεις κιόλας. Κι άμα δεν το ‘χεις ξανακούσει ποτέ και απλώς κουνάς το κεφάλι σου σα να ξέρεις, είναι για να μη ρισκάρεις την καλή σου φήμη.


Παρασκευή, 8 Οκτωβρίου 2010

Παραδείγματα

Μερικές φορές όταν λες κάτι που σκέφτεσαι ο άλλος άνθρωπος σου λέει δώσε ένα παράδειγμα για να το καταλάβω. Το παράδειγμα είναι το συμπλήρωμα της θεωρίας. Μα θα μου πεις η πράξη είναι το συμπλήρωμα της θεωρίας αλλά την πράξη τη λένε συχνά για αντίθετο της θεωρίας και γι’ αυτό υπάρχουν μπόλικα παραδείγματα.

Το παράδειγμά σου πρέπει να είναι όσο το δυνατόν πιο γενικό. Μη σε πειράζει που τότε θα μοιάζει με θεωρία. Θα είναι ό,τι το ονόμασες και αφού ως παράδειγμα είπες ότι το έφερες έτσι οφείλουν να το υποδεχτούνε.

Άμα έχεις αρκετή τύχη μπορεί να βρεις ένα τυπικό παράδειγμα για να κουβαλήσεις. Αυτό το σέβονται όλοι. Για τους τύπους. Το λένε και χαρακτηριστικό. Κι άμα δεν το λένε, το λες εσύ κι έτσι χαρακτηρίζεις όποιον θες. Και δεν ανησυχείς μήπως πει κανείς να μη βάζουμε ταμπέλες. Που σε κανέναν δεν αρέσουν οι ταμπέλες, μόνο όταν έχουν ορθογραφικά λάθη και γελάει ο κόσμος.

Γιατί εκεί που μιλάς για αφηρημένα πράματα και τα νοήματα είναι κάπως σκοτεινά (το ‘χουν αυτό τα νοήματα, σκιάζουν λίγο) πετάς ένα παράδειγμα κι είδες πώς έδειξε, φώτισε. Αν όμως δεν το πετύχεις διαφωτιστικό, μπορεί να σου το κατηγορήσουνε για ατυχές το παράδειγμά σου. Άσε που μπορεί και να φανεί ότι η συγκεκριμένη αυτή περίπτωση δε σου ήρθε έτσι για να στηρίξεις πρόχειρα ένα συλλογισμό, μια άποψη, μιαν ιδέα. Εκεί πάλευες να το φέρεις τόσην ώρα το θέμα σου, και σου κάνουν χάρη που το λένε ατυχές το μη παράδειγμα γιατί δεν ήταν καθόλου τυχαίο.

Μερικά παραδείγματα καταξιώνονται τόσο πολύ που γίνονται υποδείγματα. Μη σε μπερδεύει η πρόθεση η υποτελής. Προς μίμηση είναι αυτά, αφού μπορείς να τα λες και πρότυπα. Είναι για να τ’ ακολουθείς, δίνουν το καλό παράδειγμα, που εσύ κάθεσαι και το ψάχνεις αλλά ορίστε, το έχεις έτοιμο και πείθει άμα τη εμφανίσει.

Από την άλλη ό,τι δε σου αρέσει μπορεί να μην αρέσει και σε κάποιους άλλους ανθρώπους κι άμα συναπαντηθείτε και τα συμφωνήσετε μπορείτε να λέτε ότι δίνει το κακό παράδειγμα. Και ίσως να βολεύει λίγο που ονόμασες με παραδείγματα την αρετή και την κακία.

Μπορείς να υποστηρίξεις ό,τι θες. Άμα έχεις παράδειγμα θα πιαστεί για σωστό κι όλο και κάποιος θα βρεθεί να συμφωνήσει. Θα υποκύψει στη χάρη του παραδείγματος που έχει ένα αξιόπιστο προφίλ. Τη δύναμη του συγκεκριμένου, του χειροπιαστού. Καθώς τ’ άπιαστα θα παραμένουν οι αδυναμίες σου.


Παρασκευή, 1 Οκτωβρίου 2010

Αντιγραφή

Η αντιγραφή είναι από κείνες τις λέξεις που η ερμηνεία τους αλλάζει με τα χρόνια. Και μιλώ για τα δικά σου προσωπικά χρόνια κι όχι το πέρασμα του χρόνου που το λένε άλλοι-καιροί και κάτι εξίσου αόριστο για τα ήθη.

Τα παλιά σου τα χρόνια λοιπόν τη βαριόσουν την αντιγραφή. Όχι ότι έβρισκες συναρπαστική την ορθογραφία δηλαδή αλλά τουλάχιστον εκεί τα λάθη είχαν προσωπικότητα. Στην αντιγραφή ακόμα και τα λάθη από πλήξη γίνονταν. Και μάλιστα με τα καλά σου γράμματα.

Πρόκειται για τις εποχές που η αντιγραφή μπορούσε μερικές φορές να είναι και τιμωρία. Ορθογραφημένες διορθώσεις για γνώση και κανόνες συμπεριφοράς για συμμόρφωση. Άλλωστε ακόμα ό,τι επαναλαμβάνεις, κάτι σε τιμωρία σού βγαίνει τελικά, κι ας μη μετράς σε γραμμές τετραδίου πια τις επαναλήψεις.

Έπειτα πέρασες από ένα στάδιο όπου η αντιγραφή είχε μια κάποια περιπέτεια. Μέχρι και θεόρατες σχολικές τσάντες στήνονταν μεταξύ δυτικού και ανατολικού θρανίου προς αποφυγήν της. Σε μεγαλύτερες τάξεις μάλλον κρίθηκε ότι το εν λόγω τείχος ήταν περισσότερο αστείο και λιγότερο πρακτικό οπότε τα προληπτικά μέτρα περιορίστηκαν σε θέματα άλφα και θέματα βήτα, με τα πιο εύκολα να είναι πάντα στην άλλη ομάδα.

Υπήρχε όμως και η θεμιτή αντιγραφή, και μάλιστα σου τη συνέστηναν σε όλα τα διαγωνίσματα, μαζί με τις πορτοκαλάδες. Περίφημη η αντιγραφή από το πρόχειρο στο καθαρό και κράτα για πρόχειρο την τελευταία σελίδα, εκεί να κάνεις όλες τις μουντζούρες, και μη γελιόμαστε, ακόμα την τελευταία σελίδα μουντζουρώνεις κι όλες οι προηγούμενες καθαρογραμμένες να κρύβει η καλή εντύπωση τα λάθη.

Στην ίδια ηλικία πάνω κάτω η αντιγραφή απέκτησε και μια παράλληλη σημασία, άλλο πράμα εντελώς και άμα σου άρεσε κάποιος ή άμα τον έλεγες ο κολλητός μου και είχε μια κασέτα ρώταγες θα μου την αντιγράψεις. Έτσι τώρα καμιά φορά σκέφτεσαι άντε να πετάξω όλη αυτή τη σαβούρα από το συρτάρι και πέφτεις πάνω σε κάτι άσχημα τραγούδια που έχουν έναν τρομακτικό ήχο κουμπιού στην αρχή και στο τέλος τους, ίσως και αφιερώσεις ανάμεσα γιατί πάντα υπήρχαν εκείνοι οι άνθρωποι του ραδιοφώνου που σου χάλαγαν τις κασέτες.

Μαζί με αυτό το υλικό, σε κείνη τη φάση από τους κολλητούς αντέγραφες και συμπεριφορές. Όχι ότι το ήξερες βέβαια, άκουγες όμως καμιά φορά να το λένε οι μεγάλοι μεταξύ τους και μετά σου κάνανε κάτι κουβέντες να προσέχεις τις παρέες σου. Που τελικά πιο πολύ αντέγραφες τις δικές τους συμπεριφορές και ακόμα το κάνεις αλλά ούτε αυτό το καταλαβαίνεις μέχρι να σου το πει κάποιος άλλος χρεώνοντάς σου ένα χωρισμό ή μία συνεδρία.

Παρασκευή, 24 Σεπτεμβρίου 2010

Κανόνες

Ο κανόνας είναι από κείνες τις λέξεις που όταν τις ακούν οι άνθρωποι εκνευρίζονται κάπως. Κι αυτό συμβαίνει γιατί κάθε φορά που σου λένε ότι πρέπει κάτι να τηρήσεις σε πιάνει ένα πράμα σαν πονόδοντος. Και βέβαια ισχύει και για τις υποσχέσεις, αλλά δεν είναι της ώρας. Γιατί οι υποσχέσεις ανήκουν σε άλλη κατηγορία, ή μάλλον σε δύο κατηγορίες –ή στα πολύ δημόσια ή στα πολύ ιδιωτικά.

Οι κανόνες θέλουν τις γραμμές ευθείες, καθόλου να μην ξεφεύγουν, και τούτη την απαίτηση δεν την έχουν μόνο όταν τους λέμε και χάρακες. Απαιτούν συμμόρφωση και μην γκρινιάζεις άμα είχες την επιλογή να μην μπεις στα χωράφια τους. Ακόμα κι αν δεν είπες ποτέ παίζω κι εγώ, πήγες και μπήκες τελικά στην ομάδα. Αλλιώς δε θα καθόσουν τώρα κάθε φορά που χάνεις να διαμαρτύρεσαι πως είναι άδικοι οι κανόνες. Κι είναι στ’ αλήθεια άδικοι μερικές φορές έχεις τα δίκια σου, μόνο που θα σε παίρνανε περισσότερο στα σοβαρά άμα έκανες από την αρχή την καταγγελτική σου την τοποθέτηση, πριν κριθεί το αποτέλεσμα. Τότε θα ήταν αλλιώς. Με τους ίδιους κανόνες θα έπαιζες εντέλει αλλά δε θα ΄χες να αντιμετωπίσεις το βλέμμα μιλάς-γιατί-έχασες, που όπως και να το κάνουμε είναι πιο προσβλητικό από το μιλάς-γιατί-θα-χάσεις.

Υπάρχουν κανόνες που μοιάζουν να μη χωράνε αμφισβήτηση όπως της γραμματικής λόγου χάρη. Κι όμως όλο σκοντάφτεις πάνω σε κάτι διλήμματα ορθογραφικά, που έχεις να διαλέξεις το πιο σωστό και αυτό σημαίνει πως ό,τι και να διαλέξεις θα είναι σωστό, ίσως λιγότερο σωστό αλλά σωστό. Ωστόσο εκείνοι που θέλουν το ένα σωστό θεωρούν το άλλο τελείως λάθος και ό,τι και να προτιμήσεις δεν έχεις γλυτωμό, μιας και ο ίδιος ο γλυτωμός είναι από αυτές τις λέξεις τις διαφιλονικούμενες.

Οι κανόνες συμπεριφοράς είναι ακόμα πιο μυστήριοι κι ας φαίνονται απλοί στην αρχή. Ένα ευχαριστώ, ένα παρακαλώ σου μαθαίνουν, αλλά μετά μεγαλώνεις και βγαίνουν άλλα, και για να πουν ότι έχεις τρόπους δεν αρκεί να μη διακόπτεις το συνομιλητή σου και να λες χαιρετίσματα.

Οι κανόνες έχουν και τις εξαιρέσεις τους που λένε πως τους επιβεβαιώνουν και αυτό είναι αρκετά παράξενο γιατί κανείς δεν επιβεβαιώνεται από κάποιον που διαφωνεί μαζί του. Τέλος πάντων, προφανώς πρόκειται για μια εξαίρεση και όλοι αγαπούν τις εξαιρέσεις όταν δεν τους ενοχλούν και όταν τους βοηθούν να διατυπώνουν κανόνες.

Παρασκευή, 17 Σεπτεμβρίου 2010

Λογική

Υπάρχουν πολλοί δρόμοι για ν’ ακολουθήσει κανείς όταν θέλει να φτάσει σε μια απόφαση, κι ένας απ’ αυτούς είναι ο δρόμος της λογικής. Που δεν είναι πάντα ο πιο σύντομος, γιατί τότε δε θα υπήρχαν μέρη που τα λες πέρα από κάθε λογική.

Ο κάθε άνθρωπος έχει έναν τρόπο να σκέφτεται. Ή μάλλον έχει κι έναν δεύτερο, δηλαδή έχει δυο τρόπους να σκέφτεται, ανάλογα με την περίσταση. Μπορείς λοιπόν να φοράς έναν κάπως πρόχειρο συλλογισμό όταν σκέφτεσαι από μέσα σου, και κάτι πιο επίσημο άμα σκέφτεσαι μπροστά σε κόσμο. Κι ενώ πρόκειται για μια πολύ θεμιτή διάκριση και όλοι το ξέρουν πως έχεις αφήσει και πρώτη σκέψη στο σπίτι, καμώνονται πως αγνοούν αυτό το πρώτο σου σκεπτικό το πρόχειρο και λένε μόνο προσπαθώ να καταλάβω τη λογική σου. Κι εννοούν βέβαια τη δεύτερη τη σκέψη σου, την πιο κοινωνική, και απορείς που τη λένε λογική αφού χρειάζεται προσπάθεια για να την καταλάβουν.

Υπάρχουν κάμποσα είδη λογικής, η ψυχρή, η τυπική, η τετράγωνη, αλλά η δημοφιλέστερη είναι η κοινή λογική που όλοι την επικαλούνται όταν δεν μπορούν να συνεννοηθούν ο καθένας με τη δική του. Υποθέτω ότι πρόκειται για μια πανανθρώπινη συνετή βάση, που όμως πρέπει να έχει κάποια ευελιξία, γιατί αλλιώς δεν εξηγείται πώς γίνεται να της αποδίδονται μέχρι και αντίθετες οπτικές. Πάντως σε κάθε περίπτωση, ό,τι λένε πως είναι απλώς θέμα κοινής λογικής καταλήγει συνήθως επίμαχο.

Τη λογική τη διακρίνουν και σε κάτι άλλες κατηγορίες με παραγωγικές και επαγωγικές σκέψεις που όλο τις μπερδεύω γιατί μόνο κάτι γράμματα αλλάζουν, και σου λένε από το ειδικό στο γενικό και τανάπαλιν. Μου φαίνεται όμως πως από το συμπέρασμα ξεκινάνε όλες οι λογικές. Έτοιμο το έχουν το γενικό ακόμα κι όταν πάνε να σε ξεγελάσουν ότι το έβγαλαν τάχαμου από τα σημεία.

Στον αντίποδα της λογικής τοποθετούν συχνά το συναίσθημα, ως λιγότερο ψύχραιμο και επιρρεπές στις ανήλικες αποφάσεις. Κι εκεί που κάθεται πανικόβλητο και πελαγωμένο, στέκεται ορθή η λογική και του λέει έννοια σου εγώ θα πρυτανεύσω. Και πρώτα του υπαγορεύει κάτι παλιές ορθογραφίες αλλά αυτό αγχώνεται ακόμα περισσότερο με τα επαναληπτικά διαγωνίσματα και κάνει όλο λάθη.

Η λογική έχει και φωνή, αλλά συνήθως μιλάει σιγά. Κι άμα καμιά φορά δεν την ακούς είναι για τον ίδιο λόγο που τη χρειάζεσαι: που δεν κάθεσαι ποτέ σε ησυχία.


Παρασκευή, 10 Σεπτεμβρίου 2010

Φθινόπωρο


Όταν είναι άνοιξη οι άνθρωποι λένε καλό καλοκαίρι και χαίρονται. Όταν είναι φθινόπωρο λένε μη μου λέτε καλό χειμώνα και σα να θυμώνουν. Και το βρίσκω κάπως άδικο αυτό γιατί όπως και να το κάνουμε δεν του αξίζει του φθινοπώρου τέτοια μεταχείριση, στο κάτω κάτω δεν είναι και το χειρότερο που μπορεί να σου τύχει. Κι αν θες να το συγκρίνεις με την άνοιξη που την έχεις περί πολλού θα δεις ότι στα σημεία τη νικάει.

Το θέμα με τις αλλεργίες είναι βασικό. Τώρα δεν έχεις τέτοια προβλήματα κι άμα δεν το εκτιμάς μην τολμήσεις την άνοιξη να μου ζητήσεις χαρτομάντιλα. Καταλαβαίνω, σε αυτή τη φάση σού φταίει η αλλαγή του καιρού. Εντάξει σε πονάει η μέση σου. Όμως ακόμα κι όταν έχεις δυσπεψία, το φθινόπωρο σου δίνει το δικαίωμα να λες θα φταίει η αλλαγή του καιρού και είναι πιο κομψό από το να πεις παράφαγα.

Το φθινόπωρο αρχίζει να κάνει κρύο. Ελάχιστα στην αρχή, ακριβώς το αχ να δρόσιζε που λαχταρούσες πριν λίγο καιρό αλλά τώρα δε σου αρέσει. Κι ας έκλεισες επιτέλους το κλιματιστικό που όλο το καλοκαίρι το κατηγορούσες για κακό πράμα και ανθυγιεινό αλλά τι να κάνω θα πεθάνω από τη ζέστη. Επέζησες και ξέχασες.

Η γκαρνταρόμπα η φθινοπωρινή έχει κάποιες αδυναμίες, το παραδέχομαι. Για την ακρίβεια έχει καλοκαιρινά και χειμωνιάτικα μαζί και παθαίνεις μια σύγχυση. Υπάρχουν και κάτι ρούχα που τα λένε ντεμί σεζόν αλλά είναι αυτά που μετά σκέφτεσαι σιγά μην το πάρω, πόσες φορές θα το φορέσω, και το αφήνεις πίσω στην κρεμάστρα. Και τελικά δεν το μετανιώνεις γιατί καμία φορά δε θα πεις κοίτα που τώρα θα ήθελα μανίκια μέχρι τον αγκώνα.

Νομίζω ότι τη μεγάλη ζημιά στο φθινόπωρο την κάνει το καλοκαίρι. Και όχι τόσο γιατί ήτανε ωραία και τώρα δεν είναι και πόσο κρίμα. Φταίει που πριν τις διακοπές έχεις πολλά για να κουβεντιάσεις. Και πού θα πας και τι θα κάνεις και πού κλείσαμε, εσείς πού κλείσατε και πέρσι είχαμε κλείσει εκεί, να κλείσετε κι εσείς. Και μετά γυρνάς και κλείνεσαι.

Μια μελαγχολία το φθινόπωρο τη φέρει. Κι ενώ οι άλλες εποχές ξανάρχονται κάθε φορά ολοκαίνουργιες, νιώθεις σα να επαναλαμβάνεται το ίδιο φθινόπωρο κάθε χρόνο. Ντυμένο με κείνο το διαφανές αυτοκόλλητο που όμως δε σου άρεσε γιατί θα προτιμούσες τα βιβλία σου λίγο τσαλακωμένα.

Παρασκευή, 3 Σεπτεμβρίου 2010

Χιούμορ

Εκτός από τις πέντε αισθήσεις τις γνωστές -και την έκτη που όμως δεν την πολυπιστεύω ούτε ως ταινία- υπάρχει και η αίσθηση του χιούμορ. Αυτήν όλοι την εκτιμούν, και όλοι λένε ότι την έχουν.

Το δεν έχεις χιούμορ είναι μια μομφή βαριά και μη σου τύχει. Αλλά ακόμα κι αν γλυτώσεις από τούτη τη δυσμενή διαπίστωση, και πουν ότι εντάξει έχεις, το χιούμορ σου θα κριθεί, θα συγκριθεί με τη μονάδα μέτρησης και θα χαρακτηριστεί αναλόγως. Άμα το πουν έξυπνο και λεπτό δεν έχεις πρόβλημα. Αρέσει σε όλους.

Το φτηνό χιούμορ έχει κάποιες πιθανότητες επιτυχίας. Ακόμα κι αν του φαίνονται οι ραφές. Έχει άλλωστε μια εντιμότητα αφού δεν πλασαρίστηκε για πρώτη φίρμα.

Το προχωρημένο ενδέχεται να είναι η μεταμφίεση του μη χιούμορ. Αλλά μπορείς να λες ότι είναι πολύ μπροστά γι’ αυτό δεν το πιάνουν. Και να το στοιβάξεις μαζί με όλα εκείνα που -αλίμονο- η εποχή τους δεν είναι έτοιμη να δεχτεί και περιμένουν την ιστορία που ό,τι θέλεις της φορτώνεις ότι θα τ’ αποδείξει.

Υπάρχει και το χιούμορ το τραβηγμένο. Όπως όταν λες αυτό-το-αστείο- παρατράβηξε, και είναι λίγο παράξενο που το λες αστείο, αφού εξαρχής δε γελούσε κανείς.

Πολλοί άνθρωποι θεωρούν ότι με το χιούμορ σπάει ο πάγος. Όπως με το κάνει ζέστη ή θα βρέξει ή τι ζώδιο είσαι. Ωστόσο δεν είναι η πιο ασφαλής μέθοδος. Το αποτέλεσμα ενός κρύου αστείου δεν μπορεί να ανατραπεί ακόμα κι αν επιστρατεύσεις μετά όλων των ειδών τις συναστρίες. Πέρα από τα σχόλια που κανείς δε σου εγγυάται ότι θα ακουστούν τόσο πνευματώδη όσο αισθάνεσαι ότι τα εμπνεύστηκες, αρκετά αμφίβολη είναι η επιτυχία και με αυτές τις έτοιμες χιουμοριστικές ιστορίες που κυκλοφορούν από στόμα σε στόμα. Και το πιο αστείο με αυτές είναι ότι τις λένε ανέκδοτα λες και πρόκειται για κάτι που υπό κάποιες συνθήκες θα μπορούσε να έχει εκδοτικό ενδιαφέρον.

Το χιούμορ είναι ενίοτε και εθνικό (το βρετανικό για παράδειγμα, που δεν έχω καταλάβει αν είναι καλό ή κακό πράμα). Άλλες φορές έχει χρώμα, όπως το μαύρο χιούμορ. Εδώ γελάς με τα στενάχωρα, έχεις και λίγες τύψεις, αλλά τις ξεπερνάς γρήγορα, όπως συμβαίνει με τις τύψεις γενικώς, αφού είναι αλλωνών οι στεναχώριες.

Πάντως και για τα δικά σου τα προβλήματα, που δεν περνούν το ίδιο εύκολα, θα βρεθεί πάντα κάποιος που θα σου πει να τα δεις με χιούμορ. Δες την κωμική πλευρά και τέτοια. Η συμβουλή αυτή δίνεται ασφαλώς με καλή πρόθεση, μπορείς να τη δοκιμάσεις, και είναι η μοναδική φορά που άμα τελικά δε γελάσεις δε θα σου πει κανείς ότι δεν έχεις χιούμορ.


Παρασκευή, 27 Αυγούστου 2010

Παρεξήγηση

Κάθε φορά που δυο άνθρωποι τσακώνονται στήνεται ένα μικρό δικαστήριο και βέβαια έχεις γνώμη. Είτε φταίει ο ένας (εκείνος που έφταιγε και τις προηγούμενες φορές) είτε φταίνε κι οι δύο (αυτό άμα είναι φίλοι σου ή ζευγάρι ή και τα δύο) είτε δεν φταίει κανείς γιατί πρόκειται για παρεξήγηση.

Η παρεξήγηση κάνει επιτυχία γιατί βολεύει. Σαν την πανσέληνο ένα πράμα. Φορτώνεται όλη την ευθύνη και αφήνει στους ανθρώπους το ακαταλόγιστο.

Η παρεξήγηση πατάει πάνω σε μια παρανόηση, που είναι το πιο αθώο λάθος. Πιο αθώο κι απ’ τα ορθογραφικά. Άλλωστε το λάθος το κάνεις, ενώ παρεξήγηση δεν κάνεις, απλώς γίνεται. Έτσι από μόνη της, στη μέση τη φωνή την ανεύθυνη.

Στους κανονικούς καβγάδες υπάρχει μια αιτία, ή έστω μια αφορμή. Κάποιος θυμώνει, κάτι λέει, μετά θυμώνει κι ο άλλος, φωνάζουν, ή φωνάζει μόνο ο ένας και χάνει πόντους, κι ο άλλος είναι ψύχραιμος και νικάει λίγο. Εντέλει η κατάσταση γίνεται κάπως άσχημη και κρατάνε μούτρα. Άμα θέλουν πιο μετά συμφιλιώνονται αφού πρώτα ηρεμήσουν και μιλήσουν κανονικά. Ο ένας που μπορεί να είχε το λιγότερο άδικο αλλά φώναξε περισσότερο πρέπει να ζητήσει πρώτος συγγνώμη. Μετά λέει κι ο άλλος παραφέρθηκα και δίνουν τα χέρια ή αν είναι αρκετά αγαπημένοι αγκαλιάζονται.

Η παρεξήγηση έχει διαφορετικό κόνσεπτ και πιο περίπλοκο. Τις περισσότερες φορές κάποιος καταλαβαίνει λάθος κάτι που είπε κάποιος άλλος. Άμα μιλούν την ίδια γλώσσα αυτό φαίνεται αρκετά παράξενο αλλά συμβαίνει. Αυτός που παρεξηγεί θυμώνει και άμα το πει είμαστε στο απλό μοντέλο. Όμως συχνά δεν το λέει, σα να ντρέπεται, και κάνει σα να το ξεχνάει. Αλλά μετά το ξαναθυμάται και το λέει σε ένα σωρό άλλους ανθρώπους, γιατί εκεί δεν ντρέπεται και λέει μην το πεις και κάποιος τελικά το λέει ή το λένε όλοι και μην πεις ότι σου το είπα. Έτσι θυμώνει και ο άλλος και λέει ότι δεν έπρεπε να μάθει την παρεξήγηση από τρίτους. Και οι υπόλοιποι για να μην είναι τρίτοι, που δεν είναι ωραίο, παρεξηγούνται κι αυτοί. Στο τέλος όλοι λένε ότι ήταν μια τεράστια παρεξήγηση και όλα καλά, αλλά συνήθως μένει ένας παρεξηγημένος με όλους και συχνά είναι αυτός με τα λιγότερα λόγια.

Κανένα πρόβλημα δεν υπάρχει όταν πριν ξεκινήσεις την κουβέντα σου λες καλού-κακού κι ένα χωρίς παρεξήγηση. Γιατί τον δεσμεύεις τον άλλον έτσι, τον προλαβαίνεις. Μπορεί να μη σου πέφτει λόγος, μπορεί να μην έχει ζητήσει τη γνώμη σου, αλλά όλα κι όλα. Άμα είναι να παρεξηγηθεί οφείλει να το πει από την αρχή. Αγένεια όμως να σε διακόψει.

Παρασκευή, 20 Αυγούστου 2010

Επιστροφή


Οι καλοκαιρινές διακοπές είναι θέμα για συζήτηση ήδη από την άνοιξη μέχρι και το φθινόπωρο. Πού θα πας, τι θα κάνεις και ύστερα πού πήγες, τι έκανες. Δυο εκθέσεις που τόσο βαριόσουν να γράφεις στο σχολείο, κι όμως τώρα τις επιλέγεις κιόλας, παρόλο που το θέμα είναι ελεύθερο.

Επέστρεψες λοιπόν με την ίδια παραφορτωμένη βαλίτσα που κουβαλούσες όταν έφευγες, μόνο που τώρα έκλεισε ακόμα πιο δύσκολα. Λίγο τα ρούχα που γίναν άπλυτα άρα κουβάρι, λίγο που σου είναι δύσκολο να στριμώξεις για δεύτερη φορά όλο το σπίτι σου σε αποσκευές, το τέλος των διακοπών σε βρίσκει μπροστά στο πλυντήριο, που είναι άλλωστε ένα από τα ελάχιστα υπάρχοντά σου που δε θα χρειαστεί να ξεπακετάρεις.

Κάθε φορά που επιστρέφεις χρειάζεσαι κάποιο χρονικό διάστημα για να προσαρμοστείς. Ακόμα και πέντε μέρες να έλειψες, είναι ικανές να σε αποδιοργανώσουν από την καθημερινότητα που χτίζεις χρόνια. Μάλλον γιατί σου θύμισαν ότι κάπως αλλιώς θα την ήθελες χτισμένη. Αλλά ούτε τότε που ήταν ακόμα οικοδομή ήξερες το πώς αλλιώς, ούτε και τώρα το ξέρεις. Το υποψιάζεσαι μόνο και γκρινιάζεις που γύρισες και λες ζέστη ζέστη κάνει εδώ. Κι εκεί που πήγες μπορεί να έκανε την ίδια ζέστη ή να φύσαγε ή να έβρεχε, που και πάλι δε σου άρεσε και γκρίνιαζες από μέσα σου, αλλά τώρα μπορείς να γκρινιάζεις επιτέλους δυνατά γιατί έχεις κάθε δικαίωμα αφού γύρισες και δεν μπορείς να προσαρμοστείς.

Υπάρχουν πάντα και κείνα τα συνηθισμένα σου που πεθύμησες, και είναι όσα δε θ’ άλλαζες ακόμα και στην υποθετική κατάσταση που θα ήξερες τι θέλεις ν’ αλλάξεις. Βέβαια η απόσταση εύκολα τη φέρνει τη νοσταλγία, ωστόσο τα συμπεράσματα περί αναντικατάστατου κρίνονται σε σημαντικό βαθμό ασφαλή.

Όπως και να πέρασες στις διακοπές, πάντα λες ότι πέρασες καταπληκτικά. Δεν αρκεί να το λες όμως, πρέπει να έχεις και αποδείξεις. Φωτογραφίες με καταγάλανες θάλασσες και ολόχρυσες αμμουδιές. Χαμογελαστούς ανθρώπους να εκτίθενται επιμελώς στον ήλιο και ατημέλητα στο φακό. Όσο καλή κι αν είναι η ανάλυση της μηχανής κανείς δε θα γλυτώσει από την εμβριθή ανάλυση του κάθε αποτυπωμένου στιγμιότυπου. Ακόμα κι αν ρώτησε πώς πέρασες από απλή ευγένεια.

Σίγουρα οι διακοπές σου είχαν και τα στραβά τους. Προβλήματα που σου έφερναν εκείνο το κακό είδος εκνευρισμού των διακοπών, εκεί που όλα πρέπει να είναι τέλεια και το παραμικρό που πάει να κλονίσει την υποχρεωτική τελειότητα μπορεί να σε φέρει εκτός εαυτού. Εκ των υστέρων όμως κάθε τέτοια συμφορά φαντάζει χαριτωμένο απρόοπτο, γουστόζικο ευτράπελο για να περιγράφεις στην ομήγυρη, γελώντας μαζί με το συνταξιδιώτη σου, που κάθεται παραδίπλα, και παραδόξως σου μιλάει ακόμα.

Παραλίας αναγνώσματα

Όταν κάποιος διαβάσει ένα βιβλίο και του αρέσει αρκετά συνηθίζει να το προτείνει και σε άλλους ανθρώπους που γνωρίζει. Μάλλον γιατί υποθέτει ότι θα αρέσει και σε κείνους. Αυτό συμβαίνει όλες τις εποχές του χρόνου. Το καλοκαίρι όμως κυκλοφορεί κι ένα επιχείρημα που κάπως με μπερδεύει. «Είναι ό,τι πρέπει για την παραλία».

Και λέω μη δείξω πως δεν κατάλαβα τον επικαιρικό χαρακτήρα της πρότασης, κάτι θα μου διαφεύγει, και ρίχνω μια ματιά στο εξώφυλλο. Μπας κι είναι ολοφάνερο το εποχικό το είδος και με βγάλει από τη δύσκολη θέση της άγνοιας της ορολογίας. Όχι, δεν είναι αδιάβροχο.

Τότε ανατρέχω στο οπισθόφυλλο, να μπω στο πνεύμα, να τ’ αναγνωρίσω ως θερινό. Όπως γίνεται λόγου χάρη με τις άλλες τέτοιου τύπου αντιστοιχίες. Χριστουγεννιάτικη ταινία λέει. Δικαιολογείται εθιμοτυπικά και με ένα καταστόλιστο έλατο μπρος στη μύτη σου θεατή. Η καλοκαιρινή λογοτεχνία όμως δεν έχει την ημερολογιακή σαφήνεια της χριστουγεννιάτικης φιλμογραφίας.

Το μυστήριο λύνεται στις λέξεις-κλειδιά που συμπληρώνουν τη βιβλιοπρόταση του συνομιλητή. Ελαφρύ, εύπεπτο, δροσερό. Άμα δεν προσθέσει ότι πρέπει να περάσουν δυο ώρες πριν κολυμπήσεις, τότε είναι βέβαιο, μιλάει για το βιβλίο.

Ο αναγνώστης παραλίας μπορεί να έχει και την ιδιότητα του σκέτου αναγνώστη ή να κατέχει τον τίτλο μόνο με τον προσδιορισμό του τόπου. Όπως ο παίκτης ρακετών που δε θα τον δεις αλλού να κουβαλάει τον εν λόγω αθλητικό εξοπλισμό του.

Εκείνοι λοιπόν που συνηθίζουν να διαβάζουν και εκτός παραλίας έχουν τις αναγνωστικές προτιμήσεις τους, τις οποίες προσαρμόζουν ή δεν προσαρμόζουν στον εκάστοτε χώρο ή τέλος πάντων κατά βούληση. Όσοι θέλουν τα βιβλία για θαλάσσιο σπορ έχουν περισσότερες πιθανότητες να επιλέξουν ό,τι θεωρείται στα κατάλληλα για την εποχή επίπεδα.

Η εποχή λοιπόν και η ακροθαλασσιά συνάμα θέλουν τα αναγνώσματα να κυλούν, να ρέουν. Κι αν λες πως κάθε αφήγηση έχει τη δική της ροή, εδώ μιλάμε για ρυθμούς που τρέχουν χωρίς να χρειάζεται κάποιου είδους εξοικείωση με το ύφος του ανθρώπου που έγραψε τις λέξεις. Παραλείπουμε το χαίρω πολύ και θέλουμε τους κώδικες πιο σαφείς κι από την ξαπλώστρα.

Ο αναγνώστης της παραλίας και μόνο αυτής δεν επιδιώκει να αφεθεί στην ατμόσφαιρα του βιβλίου. Γι’ αυτό και προτιμάει βιβλία που του επιτρέπουν να επιβάλει τη δική του ατμόσφαιρα. Εύπεπτη σαν τοστ και δροσερή σαν παγωτό. Έρωτες αντηλιακοί και μυστήρια μέσα σε κουβαδάκια. Πάθη που τελειώνουν λίγο πριν πατήσουν αχινούς.

Πέμπτη, 5 Αυγούστου 2010

Απαραίτητα

Τον άνθρωπο που φεύγει για διακοπές τον καταλαβαίνεις από τη διάθεση και τις αποσκευές. Και στις δύο περιπτώσεις επιδιώκει την ελάχιστη δυνατή βαρύτητα. Κι αν στην πρώτη το καταφέρνει πιο εύκολα, στη δεύτερη δεν αρκεί η αυθυποβολή.

Η διάθεση που κουβαλάς μπορεί να ελαφρύνει στην πορεία. Με τη βαλίτσα γίνεται συνήθως το αντίστροφο. Ξεκινάς με τις ελαφρύτερες των προθέσεων. Λες θα πάρω μόνο τ’ απαραίτητα. Και καταλήγεις πρόθυμος να ανακαλύψεις την απαραίτητη πλευρά σε ό,τι ποτέ δεν φαντάστηκες ότι έχει τέτοια.

Οι καλοκαιρινές βαλίτσες έχουν ένα ελαφρύ προβάδισμα έναντι των χειμερινών αντιστοίχων τους: τα ελαφρά ρούχα. Ό,τι γλυτώνεις σε μανίκι το κερδίζεις σε χώρο. Που βεβαίως αυτός ο χώρος δε θα μείνει αναξιοποίητος. Γιατί με το που βλέπεις βαλίτσα σε πιάνει αμέσως ο τρόμος του κενού. Είσαι πρόθυμος να στριμώξεις μέχρι και ξεσκονόπανα προκειμένου να μη μείνει ούτε ένα κυβικό εκατοστό ακάλυπτο.

Κι ας σκέφτεσαι αυτή τη φορά θα πάρω λίγα. Με τέτοιους σκοπούς ανοίγεις την ντουλάπα. Απόδειξη ότι κάθεσαι και κάνεις λογαριασμούς από πριν. Ένα ρούχο για κάθε μέρα. Άντε και κάνα δυο ακόμα. Εκεί στα κάνα δυο ακόμα ξεφεύγεις. Όπως με τα ποτά. Και λες θα μαυρίσω, μπορεί να θέλω να φορέσω κάτι σε καναρινί να τ’ αναδείξω. Και στοιβάζεις εκείνο το καναρινί που έχει αντισταθεί στα μαυρίσματα των τελευταίων τριών χρόνων.

Θέλεις και να καλύψεις όλες τις πιθανές καιρικές συνθήκες. Λίγη ψύχρα, μια ξαφνική μπόρα, μέχρι και ακραία καιρικά φαινόμενα μπορούν να προκύψουν ίσα για να καταστρέψουν τις διακοπές σου. Αλλά ευτυχώς εσύ θα έχεις προετοιμαστεί για παν ενδεχόμενο και δη με κάμποσες στιλιστικές εναλλακτικές. Μπορεί στις συνηθέστερες βροχερές περιπτώσεις -το καταχείμωνο, που δείχνει κι εγκαίρως το μαύρο το σύννεφο- να ξεχνάς μονίμως την έρμη την ομπρέλα, τα απρόοπτα όμως των καλοκαιρινών διακοπών πρέπει να έχουν προβλεφθεί το δίχως άλλο.

Με την ίδια λογική κουβαλάς κι ένα ολάκερο φαρμακείο. Να μην έχεις μαζί σου άφθονο μπεταντίν σε όλες τις διαθέσιμες μορφές του; Και χάπια για τον πονοκέφαλο, τη βαρυστομαχιά, τη ναυτία. Σαφώς θα προμηθευτείς κι όλα τα χρειαζούμενα για την πιθανότητα να σε δαγκώσει φίδι, ακόμα κι αν παραλείψεις εκείνο το φιδωτό λιβάνι που θα σε σώσει από τα κουνούπια. Γιατί αφού στις διακοπές θες να καταργούνται οι νόμοι της καθημερινότητας, σα να σου διαφεύγει κι ο νόμος των πιθανοτήτων.

Ένα μεγάλο μέρος της βαλίτσας καταλαμβάνεται από καλλυντικά. Eίναι απαραίτητα αυτά, αλλιώς δε θα λέγαμε νεσεσέρ αυτό που τα περιέχει. Αμέτρητα προϊόντα περιποίησης Χαλάρωση και αναζωογόνηση θεωρούνται οι διακοπές κι όταν ακούς τέτοια υπνωτίζεσαι και σου ‘ρχονται κάτι διαφημιστικοί συνειρμοί και βάζεις μια μάσκα με αβοκάντο στις αποσκευές σου.

Κι ύστερα λες μη μου λείψουν οι ανέσεις οι ηλεκτρικές. Το σεσουάρ και το μηχανάκι του φραπέ είναι εκ των ων ουκ άνευ, αλλά αν είχε μείνει χώρος θα στρίμωχνες και τον αποχυμωτή, ίσως και το φούρνο μικροκυμάτων.

Κι όταν με δυσκολία καταφέρνεις να κλείσεις τη βαλίτσα σου σκέφτεσαι ότι την επόμενη φορά θα πάρεις μόνο τ’ απαραίτητα. Κι αφού την κουβαλήσεις και μετά την ξανανοίξεις θα πεις την επόμενη φορά να μην ξεχάσεις την οδοντόβουρτσά σου.

Πέμπτη, 29 Ιουλίου 2010

Αυθορμήτως


Ο αυθορμητισμός είναι ελάττωμα πολλών ανθρώπων. Έτσι λένε δηλαδή. Αυθορμήτως. Υποφέρουν επίσης από την ειλικρίνεια και την ευθύτητα που τους διακρίνει. Αλλά τις περισσότερες φορές περιορίζονται να διαφημίσουν ως ελάττωμά τους μόνο τον αυθορμητισμό που άλλωστε περιέχει και τα λοιπά ειλικρινή ταλαίπωρα.

Ο αυθόρμητος άνθρωπος εκφράζει τις σκέψεις του και τα συναισθήματά του χωρίς ενδοιασμούς. Ό,τι του ‘ρχεται δηλαδή. Κι άμα πει χοντράδα οι άλλοι πρέπει να πουν άχου μωρέ είναι αυθόρμητος δεν πειράζει, όπως κάνουν με κάτι κακομαθημένα παιδάκια που έχουν την αγένεια για εξυπνάδα και καμάρι του γονιού.

Και δε μιλώ για τις χοντράδες που ξεφεύγουν. Οι αυθόρμητες είναι οι άλλες, οι εκ πεποιθήσεως. Εκείνης της πεποιθήσεως που θέλει τα πάντα άκοπα κι αμοντάριστα, λες και πλήρωσαν οι άλλοι άνθρωποι εισιτήριο για να δουν τον εναλλακτικό σου κινηματογράφο.

Ο φανατικός αυθόρμητος είναι κατ’ επιλογή. Και πρόκειται για επίκτητο γνώρισμα, αλλά μεταμφιεσμένο σε έμφυτο. Εκφράζεται χωρίς να ερωτηθεί, χωρίς να τον ρωτήσει κανείς τι σκέφτεται για κάτι που δεν τον αφορά. Γιατί εκεί γίνεται η επίδειξη αυθορμητισμού ή αλλιώς έξαρση. Άμα τον αφορά πάμε σε άλλα χωράφια που λέγονται σχέσεις διαπροσωπικές, και τότε δε μιλάμε για αυθορμητισμούς και περισκέψεις αλλά για την αλήθεια και το ψέμα του ενός στον άλλον, και τέλος πάντων δε μας πέφτει λόγος.

Οι ενδοιασμοί και οι επιφυλάξεις που αποστρέφεται ο αυθόρμητος είναι απλώς η στοιχειώδης αίσθηση να μην προσβάλεις και να μη στεναχωρήσεις. Έλα όμως που η αβάσταχτη ειλικρίνεια και η σημαία της ευθύτητας που υπηρετεί είναι πράματα ανελέητα. Και βολικά. Γιατί σε γλυτώνουν από τη διαδικασία της διαφοροποίησης της συμπεριφοράς σου ανάλογα με το άτομο που έχεις απέναντί σου, με το βαθμό της οικειότητας που σε κάθε περίπτωση έχεις ή δεν έχεις κερδίσει.

Όταν ο αυθορμητισμός δηλώνεται σημαίνει πως έχει ανάγκη να πείσει. Και όχι μόνο για τη γνησιότητα του χαρακτήρα. Συχνά το αυθόρμητο κολλάει δίπλα στην προσέλευση ή και στις εκδηλώσεις του πλήθους. Γιατί βέβαια πρέπει να επισημάνουμε ότι δεν υφίσταται υποκίνηση, ότι όλα γίνονται αυτοβούλως, κανείς δεν ελέγχει την «αγάπη» ή την «οργή» του «κόσμου». Κοίτα να δεις που τόσοι νοματαίοι συντονίστηκαν αυθορμήτως στην αυθόρμητη αντίδραση που αυθόρμητα επικροτούμε.

Παρασκευή, 23 Ιουλίου 2010

Υπομονή


Την υπομονή τη λένε για καλό οι άνθρωποι. Στις αρετές την υπολογίζουν, όσο κι αν συνδέεται με κείνη την άχαρη κατάσταση που έχουν το ίδιο δεύτερο μισό, την αναμονή δηλαδή.

Όμως ακόμα κι αν δεν την εκτιμάς την υπομονή, δεν μπορείς παρά να αναγνωρίσεις την ειλικρινή της πρόθεση. Και δε μιλώ για τις προθέσεις που δικάζονται. Τις άλλες προθέσεις εννοώ, της γραμματικής, τις βαρετές τις άκλιτες.

Η υπομονή λοιπόν δεν έχει, όπως η συγγενής της η αναμονή, εκείνη την πρόθεση την παραπλανητική, της ανανέωσης, της αναπτέρωσης και της ανάστασης. Αντιθέτως, δηλώνει ξεκάθαρα υπόχρεη και σε υποψιάζει αμέσως.

Απαραίτητο αξεσουάρ σε μια κατάσταση αναμονής, η υπομονή εγγυάται την αντοχή σου στη δύσκολη αποστολή να παραμείνεις ακίνητος την ώρα που ένα κουνούπι γυροφέρνει τ’ αυτί σου. Σε βοηθάει να μην κάνεις τίποτα, πράγμα αρκετά δύσκολο, πολύ περισσότερο όταν σου στολίζουν τη σύσταση να περιμένεις με ένα απλώς, που αν υπήρχε ελπίδα απλότητας, τότε η υπομονή δε θα ‘ταν προσόν αλλά τζιν παντελόνι.

Άλλωστε δεν είναι τυχαίο ότι με την υπομονή οπλίζεσαι. Σαν έτοιμος για μάχη. Και σίγουρα ως όπλο εννοείται η ασπίδα, γιατί πού να κάνεις επίθεση όταν ο ρόλος σου είναι απλώς να περιμένεις;

Το κακό με την υπομονή είναι το ρήμα της το αντίστοιχο. Τίποτα καλό δε βάζουν ποτέ δίπλα σε κείνο το δόλιο το υπομένω. Βάσανα, συμφορές, αδικίες, όλα τα κακορίζικα πάνε και κάθονται στο πλάι του, αλλά εσύ εκεί, αγέρωχος σημαιοφόρος της εγκαρτέρησης. Και πρόσεχε, άμα γκρινιάζεις δε μετράει. Το επιτυχημένο κόνσεπτ είναι το αδιαμαρτύρητο.

Δεν είδες την ιώβεια περίπτωση την πολυδιαφημισμένη; Δεν την είδες θα μου πεις αλλά μη ερεύνα γιατί μας χρειάζεται τώρα το παράδειγμα. Έχασε λέει τα παιδιά του και τα ζώα του αλλά απέκτησε πάλι παιδιά (τον ίδιο αριθμό με πριν) και ζώα διπλάσια (εδώ έβγαλε κέρδος). Και όλα αυτά χάρη στην υπομονή, που εν προκειμένω βέβαια πάει μαζί με πίστη και ευσέβεια, αλλά μάλλον αυτά τα τελευταία είναι προαιρετικά γιατί αλλιώς δε θα κυκλοφορούσε σκέτη η παροιμιώδης η έκφραση. Θα σου ‘διναν δώρο και τις υποσημειώσεις.

Πάντως στην υπομονή υπάρχουν και όρια. Γιατί μπορεί να περνάς τόσο καλά περιμένοντας που να ξεχαστείς και να το παρακάνεις. Αν και δε νομίζω ότι εννοούν ακριβώς αυτό όταν λένε χαρά στην υπομονή σου.

Παρασκευή, 16 Ιουλίου 2010

Απόδραση


Αν από το σπίτι κάποιου μπορείς να βγάλεις συμπεράσματα για το χαρακτήρα του, τον κόσμο του και τις συνήθειές του, όλο και κάποια ένδειξη σου δίνουν και οι θερινές του επιλογές για διαμονή. Δεν έχουν βέβαια την εγκυρότητα της μόνιμης κατοικίας, αλλά ίσως η προσωρινότητά τους να φωτίζει πτυχές πιο ιδιαίτερες, σε συνάρτηση πάντα με την περίσταση που καλύπτουν και είθισται να τη λέμε απόδραση.

Το κόνσεπτ που έχει ως μοναδικό ζητούμενο ένα κρεβάτι να κοιμάμαι-σιγά μην κάθομαι στο δωμάτιο, θαρρώ πως δεν έχει μεγάλη πέραση μετά την πενταήμερη και ούτε καν. Ακόμα κι αν σε μια έξαρση ολιγάρκειας και φιλοσοφημένης αποταμίευσης τύπου να-τα-φάμε-αλλού ξεκινήσεις κάπως έτσι, στην πορεία συνειδητοποιείς ότι θα πληρώσεις που θα πληρώσεις σα ν’ αγόραζες στρώμα ανατομικό χωρίς καν να νοικιάζεις τέτοιο πράμα, ας έχεις τουλάχιστον τις ανέσεις που σου δηλώνονται, ένα άνετο ορμητήριο για να εξερευνήσεις το νησί –διάθεση που θα σου φύγει με το που θα πατήσεις το πόδι σου εκεί πέρα, αλλά ποτέ δεν το ξέρεις εξαρχής.

Ψάχνεις λοιπόν κάτι φτηνό και λες ότι το θες αξιοπρεπές, εννοώντας την αξιοπρέπεια που εξασφάλισαν στην ανθρωπότητα το υδρευτικό και το αποχετευτικό σύστημα καθώς και το θαύμα του ηλεκτρισμού. Καλό θα ήταν βέβαια να διατηρείς μια επιφύλαξη απέναντι στο νερό όταν δεν είναι εμφιαλωμένο και να μην εμπιστεύεσαι την ντουζιέρα τις ώρες που επιστρέφουν από τη θάλασσα οι λοιποί ένοικοι. Όλως περιέργως οι ώρες αυτές συμπίπτουν. Γιατί οι αποδράσεις από την προγραμματισμένη ρουτίνα έχουν πάντα πρόγραμμα -ανέμελες κατά τ’ άλλα.

Αν είσαι από εκείνους τους παραθεριστές που λένε δε βαριέσαι-λίγες μέρες θα μείνουμε-να κλείσουμε τα καλύτερα, τότε θα πληρώσεις πολλά λεφτά. Κι επειδή τα καλύτερα τη μυρίζονται αυτή την ψυχολογία, θα πληρώσεις ακόμα περισσότερα. Εδώ προτιμάς τα ξενοδοχεία, με πρωινό πάντα, και αυτό σε ενδιαφέρει ακόμα κι αν τα πρωινά θες σκέτο καφέ και μόνο αυτό, ακόμα κι αν αντιστέκεσαι σθεναρά στην εκστρατεία των απανταχού συμβούλων διατροφής (επαγγελματιών ή μη) που σα να έχουν δώσει όρκο να εισαγάγουν δια της βίας το πρωινό στη ζωή σου. Στα ξενοδοχεία πάντως είναι εκ των ων ουκ άνευ, σου το υπογραμμίζουν μάλιστα σα να πρόκειται για κάποια σπουδαία προσφορά και βέβαια για να το προλάβεις οφείλεις να ξυπνήσεις την ώρα που θα πήγαινες στη δουλειά από την οποία έχεις αποδράσει. Ανέμελα όμως.

Κι ενώ στην παραπάνω περίπτωση μετράς με αστέρια τις ανέσεις, υπάρχει και η επιλογή να ανταλλάξεις την πολυτέλεια με τα άλλα αστέρια, του ουρανού, και να προτιμήσεις αυτό που λένε κάμπινγκ. Το κάμπινγκ βγαίνει σε οργανωμένο, που σε βλέπουν να διστάζεις και σου λένε έχει τα πάντα, αλλά ξέρεις ότι αν είχε τα πάντα θα ήταν σπίτι, ή τέλος πάντων δεν ισχύουν τα πάντα για κάτι που δεν έχει κρεβάτια. Οι τολμηρότεροι όλων πάνε σε ελεύθερο κάμπινγκ. Εκεί δεν έχει τίποτα. Και κανείς δεν προσπαθεί να σε πείσει για το αντίθετο εφόσον αυτό το τίποτα υποτίθεται ότι είναι η ουσία αυτής της διαδικασίας. Γιατί έλα που δεν είναι διαδικασία οι διακοπές σου σε αυτές τις συνθήκες. Μη σου πω και δοκιμασία. Πάντως κάποιοι λένε ότι περνούν καλά, ενθουσιάζονται κιόλας και δεν έχω λόγο να μην τους πιστέψω. Άλλωστε καθένας οργανώνει την απόδρασή του στο βαθμό που μπορεί να την αντέξει.


Παρασκευή, 9 Ιουλίου 2010

Συρτάρια


Θυμάσαι τότε που οι φάκελοι δεν άνοιγαν με διπλό κλικ και τα αρχεία είχαν σκόνη; Δεν τα νοσταλγώ βέβαια -μακριά από μένα όλων των ειδών οι αναπολήσεις- μόνο που ξεκινώ από κει για να σου πω σχετικά με κάτι μέρες που σε ανακατεύουν με ό,τι απτό έχει ξεμείνει από τα περασμένα σου.

Ώχου, θα μου πεις, τι θες και τα σκαλίζεις. Αλλά σε πιάνει μερικές φορές μια τέτοια διάθεση, φταίει και που όλα αυτά τα συρτάρια, τα ντουλάπια, τα καταχωνιασμένα μικροπράματα σε αναδεικνύουν σε πρωταγωνιστή, ακόμα κι όταν παραπέμπουν σε μικρές ιστορίες που δεν είχες και πολλές ατάκες. Γιατί τα αντικείμενα-κλειδιά που έχεις διαλέξει δείχνουν τη δική σου παρουσία εκεί. Είναι σαν να βάζεις στην αφίσα της ταινίας το κακόγουστο καπέλο που φορούσε σε μια μικρή σκηνή ένας κομπάρσος.

Στα φορτωμένα χρονοντούλαπα υπάρχουν αρκετές πιθανότητες να ανακαλύψεις άφθονο ημερολογιακό υλικό. Η μορφή του εξαρτάται από το εφηβικό στάδιο που του ‘λαχε κάποτε να καλύψει. Πρώτα το φώναζες αγαπητό σου ημερολόγιο και οι σελίδες του σκιρτούσαν από αγάπες, ανασφάλειες και κουτσομπολιά εσωτερικής κατανάλωσης. Μετά το ήθελες τύπου καταστρώματος και τόσο ανήσυχο λογοτεχνικά που ευτυχώς σου δίνουν και τη μετεφηβεία σε ορολογία για να ‘χεις λίγο ακόμα άλλοθι.

Με γράμματα, σημειώματα και λοιπές γραπτές καταθέσεις νιώθεις πιο άνετα. Όπως και να το κάνουμε η μισή ντροπή που δίνουν στον παραλήπτη είναι απλώς παρηγοριά στον αποστολέα.

Οι φωτογραφίες είναι συχνά τακτοποιημένες είτε σε κακόγουστα άλμπουμ με γατάκια, μωράκια και λοιπά πλαστικοποιημένα είτε σε χαρτόδετες εικαστικές απόπειρες. Αντιστοίχως εκτιμώνται και οι ιστορίες που κουβαλάνε. Οι χύμα φωτογραφίες οι ανοργάνωτες έχουν άλλο βάρος, συναισθηματικό έστω και με το ζόρι, καθώς η κατάστασή τους αυτή προδίδει είτε χαρισμένο πράγμα είτε αποκαθηλωμένο από κορνίζα είτε άνθρωπο εν γένει ακατάστατο άρα επιρρεπή στα δραματικά φορτία.

Στα συρτάρια του παρελθόντος συνωστίζονται κι ένα σωρό ακόμα μικροαντικείμενα, από κασέτες και βότσαλα μέχρι αποξηραμένα λουλούδια και δώρα συμβολικά -τα περισσότερα άσχημα και σίγουρα πιο άχρηστα από τους σκόρπιους συνδετήρες τριγύρω.

Καμιά φορά λες άντε να πετάξω τίποτα να κάνω χώρο. Και μισοαδειάζεις το συρτάρι προσεκτικά, φροντίζοντας πάντα ν’ αφήσεις πάνω-πάνω μερικές φωτογραφίες για να καλύπτουν το αστείο καπέλο του κομπάρσου.

Παρασκευή, 2 Ιουλίου 2010

Σημεία


Τα λόγια είναι πολύχρωμα, φτερωτά και κάπως ανέμελα. Τη δύσκολη αποστολή να συμμαζέψει λίγο τον ατίθασο χαρακτήρα τους έχει αναλάβει η γραπτή τους αποτύπωση. Τα στρώνει από δω τα ισιώνει από κει, συνήθως βγαίνει μια άκρη σχετικά αξιοπρεπής, όλο και κάποια προφορική ουρά ξεφεύγει όμως. Για τούτο το παραστράτημα μέρος της ευθύνης έχει η στίξη και το σακούλι με τα ύπουλα σημαδάκια της.

Η στίξη εμφανίζεται ως υπέρμαχος της σαφήνειας, που είναι εξ ορισμού πολύτιμη βοηθός του λόγου. Αλλά πίσω από τη μάσκα της αυτή κρύβει τους δόλιους σκοπούς της.

Η τελεία είναι το μόνο λιτό και απέριττο αξεσουάρ. Ολοκληρώνεται το νόημα, ζωγραφίζεις ένα μικρό σημάδι και ξεκινάς καινούργια νοήματα μ’ ένα γενναίο κεφαλαίο. Σε κάποιες περιπτώσεις η απουσία της ίσως να σήμαινε και χάος. «Μάθε να βάζεις τελείες» σου γράφουν οι δάσκαλοι για παρατήρηση στις παιδικές εκθέσεις και είναι η πρώτη φορά στη ζωή σου που ακούς αυτή τη συμβουλή και η τελευταία που αφορά σε έκθεση ιδεών και όχι συναισθημάτων.

Η τελεία μπορεί να είναι και άνω. Λιγότερο αποφασιστική, δυσκολεύεται κάπως να αποχωριστεί τα προηγούμενα. Κάτι σαν δίλημμα ανάμεσα στην τελεία και το κόμμα. Πρόκειται μάλιστα για κείνο το σημείο της στίξης που αποτελεί ανεξιχνίαστο μυστήριο του πληκτρολογίου. Σα να θέλει η τεχνολογία να σου κάνει ακόμα πιο δύσκολο το δισταγμό σου. Κι έτσι σε αναζήτηση κόπι πέιστ βάζεις ένα «πήραμε τη ζωή μας λάθος», έτσι σημειολογικά να σου βγει και το σημείο, κι ας ντρέπεσαι λίγο που επικαλείσαι τον ποιητή επί ματαίω.

Παύση είναι και το κόμμα αλλά αυτό έχει λίγη γκρίνια. Γι’ αυτό άμα είσαι κι επιρρεπής, εύκολα θα γεμίσεις σελίδες με καμπυλωτά μουρμουριστά σημαδάκια.

Ξεκάθαρο στόχο έχει το ερωτηματικό (αν εξαιρέσουμε βέβαια τη ρητορική του μεταμφίεση). Ρωτάει ο άνθρωπος. Ευθέως κι επιμόνως. Κι αν στον προφορικό λόγο υπάρχει το καταφύγιο του δήθεν αδιάφορου, καμιά ερώτηση δε γλυτώνει το με νοιάζει που δηλώνει η καταγραφή της.

Απροκάλυπτα χαρωπή η διάθεση του θαυμαστικού. Το αναγκάζουν πού και πού να συνοδεύει πιο σοβαρές εντάσεις, έναν τρόμο, μια αγανάκτηση, όμως κάτι σαν κλείσιμο ματιού μού φαίνεται πως το φέρει. Όπως και να το κάνεις, μια ανάλαφρη εσάνς τη διαθέτει, δεν μπορεί να εκφράσει το δέος ή το πάθος το βαρύ.

Παύλες, παρενθέσεις, εισαγωγικά, ό,τι βγαίνει σε ζευγάρι, είτε για να υποσημειώσει είτε για να υπογραμμίσει, αποδεικνύει ενίοτε την υποτίμηση ή την υπερτίμηση μιας πληροφορίας αντιστοίχως. Αν εξαιρέσεις τα σχολικά βιβλία, όπου οι παρενθέσεις είναι συχνά αριθμοί, τοπωνύμια ή άλλη ταλαιπωρία, τις περισσότερες φορές όσα παρεντίθενται είναι αποκαλυπτικότερα της ουσίας απ’ όλα τα υπόλοιπα που απλώς τίθενται. Τα εισαγωγικά ξιπάζονται κάπως και δε μου αρέσουν πολύ.

Οι τρεις τελείες αν και πληθωρικές στον αριθμό, έχουν επίσημο όνομα που δηλώνει φειδώ στην έκφραση και αποσιώπηση. Όμως εδώ συμβαίνει ό,τι ακριβώς και στον προφορικό το λόγο. Η πραγματική κρυψίνοια δεν έχει υπόνοια. Γιατί άμα θες πραγματικά να κρύψεις κάτι, δεν αφήνεις στο δρόμο μικρά αποσιωπητικά χαλίκια.


Παρασκευή, 25 Ιουνίου 2010

Χαριστικά


Κάτι που αγοράζεται μπορεί να είναι ακριβό, φτηνό ή σχετικό. Ό,τι χαρίζεται όμως ξεκινά πάντα ως ακριβή και πολύτιμη χειρονομία και ενίοτε καταλήγει στα αποκαλυπτήρια μιας καθόλου σχετικής και απολύτως φτηνής προσφοράς.

Και δε μιλώ για εκείνες τις συμπαθείς στήλες ευκαιριών πλάι στα ζητείται και στα πωλείται έντυπων και ηλεκτρονικών παζαριών. Τα ξεχαρβαλωμένα ποδήλατα και τα σαρακοφαγωμένα ντουλάπια που θα σου χαρίσουν εκεί είναι ίσως τα μόνα χαρίσματα που μπορείς να δεχτείς με τη βεβαιότητα ότι δε θα διαψεύσουν στο μέλλον το αληθές της γενναιοδωρίας. Αυτό μπορεί να συμβαίνει γιατί στην προκειμένη περίπτωση, δίπλα στο «χαρίζεται» υπάρχει μια μικρή αόρατη παρένθεση που λέει «θέλω να ξεφορτωθώ».

Μα θα μου πεις, αχρείαστα πράματα δε χαρίζουμε πάντοτε ούτως ή άλλως; Ακόμα κι εκείνη η χριστιανική πρόταση, για το χιτώνα το δεύτερο μιλάει, αυτόν που περισσεύει δηλαδή, και μάλλον εννοεί να δώσεις τον πρόχειρο, που δε σε κολακεύει. Ωστόσο εδώ υπάρχει κι ένα χάρισμα, με την άλλη την έννοια, τη χαρισματική. Πρόκειται για την εξαιρετική ικανότητα κάποιου να στολίζει με υποτιθέμενο κόπο εκείνο που του είναι ένα τίποτα την ώρα που για κάποιον άλλον τυχαίνει να έχει μεγάλη ή μικρή σημασία.

Και μην κάνεις πως αναρωτιέσαι ποια ανάγκη γεννάει ετούτη την προσποίηση. Αβανταδόρικος ο ρόλος του ευεργέτη και πώς να κλοτσήσεις την ευκαιρία όταν μάλιστα δεν είναι ότι βρίσκεις και κάθε μέρα άνθρωπο να σου κρατάει τα λόγια;

Να πάρεις πίσω κάτι που χάρισες; Ούτε να το συζητάς. Ένας άγραφος νόμος αποκλείει αυτό το ενδεχόμενο, αντίστοιχα με το δώρο που δε δωρίζεται. Κι ενώ το νόμο των δώρων ρισκάρεις να τον παραβείς βγάζοντας καμιά υποχρέωση και νιώθοντας συνάμα τη χαρά του αποχωρισμού από ένα πανάσχημο ρολόι τοίχου, αν όμως μετανιώσεις για ό,τι χάρισες δεν τ’ ομολογείς, είναι ντροπή μεγάλη. Τ’ ομολογείς δηλαδή αλλά ποτέ στον παραλήπτη. Σε όλους τους άλλους. Εκτός βέβαια αν είσαι κάτω των δέκα ετών οπότε έχεις κάθε δικαίωμα να πεις «δε σ’ έχω φίλο, δώσε μου πίσω τα αυτοκόλλητά μου».

Άλλωστε δε συμφέρει κιόλας να ζητήσεις πίσω χαρισμένο πράμα. Κέρδος θα βγάλεις, μην ανησυχείς. Να υπολογίζεις στις προσδοκίες σου την ανταπόδοση. Πιο γενναιόδωρα από τους ανθρώπους τα λεξικά, σου έχουν τη λέξη που δικαιούσαι και τη λένε αντίχαρη. Χρωστούμενη και τοκισμένη.

Η χάρη αποκτά μεγαλύτερη αίγλη άμα την βαφτίσεις θυσία. Έτσι φουσκώνεις και το λογαριασμό. Τις χάρες-θυσίες μπορείς να τις επικαλείσαι ελεύθερα αν είσαι ή γονιός ή χωρισμένος ή και τα δύο. Και κάπου εδώ παρατηρείται το σύνηθες ανεξήγητο φαινόμενο: τα χρόνια όταν τα έχεις τα λες δύσκολα-χρόνια, όταν φωνάζεις πως τα χάρισες τα λες τα-καλύτερά-μου-χρόνια.

Πέμπτη, 17 Ιουνίου 2010

Ιούνιος


Αναγγελία ότι ήρθε το καλοκαίρι δεν θα σου κάνω. Το κατάλαβες και μόνος σου. Ούτε λογοπαίγνια με τον υδράργυρο και τα συνώνυμα της ζέστης. Τ’ ακούς και στα δελτία ειδήσεων.

Ο Ιούνιος όμως είναι μήνας παράξενος, ίσως μια εποχή από μόνος του. Έχει όλα τα στραβά της άνοιξης και του καλοκαιριού μαζί. Οι αλλεργίες επιμένουν γιατρέ μου. Άσε που συγκροτημένο άνθρωπο εξακολουθείς να μη με λες. Γιατί και να ‘κανε τη δουλειά της η δικαιολογία ότι οι πρώτες ζέστες φέρνουν μια κάποια αποδιοργάνωση, και τις δεύτερες όμως ευπροσάρμοστες δεν τις λες.

Τέλος πάντων, είναι φανερό: όσοι βίωσαν την άνοιξη ως χαρά και ευεξία, έτσι ευφρόσυνα θα μεταβούν και στην εποχή Ιούνιο. Οι λοιποί, ας τα λέμε φθινοπωρινοί, με τούτα και με γκρίνια θα πορευτούμε μέχρι τα μέσα του Ιούλη. Τότε που οι διακοπές θα έχουν εξαντληθεί ως ένθετα περιοδικά και θα κυκλοφορούν πλέον ανάμεσά μας.

Προς το παρόν οι φαινομενικά ανέμελοι προορισμοί σέρνονται κυρίως σε δρόμους, γραφεία και βέβαια σε καφέ, με πολλά παγάκια και σπαστά καλαμάκια. Όλοι ρωτούν όλους «πού θα πάτε διακοπές». Όποιος έχει τις περισσότερες πληροφορίες για ενοικιαζόμενα δωμάτια και οτιδήποτε άλλο με τον επιθετικό προσδιορισμό «καταπληκτικό», θεωρεί χρέος του να καταθέσει την πολύτιμη γνώση, μαζί με την περιγραφή όλων των περασμένων διακοπών της ζωής του, σε μια παραστατική αφήγηση την οποία για κάποιο μυστήριο λόγο βρίσκει εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ο ίδιος.

Τις Κυριακές του Ιουνίου οι άνθρωποι πηγαίνουν σ’ ένα μέρος που τα παιδιά το λένε θάλασσα και οι μεγάλοι παραλία. Όλοι έχουν την πρωτότυπη ιδέα να ξεκινήσουν νωρίς για να μην τους πιάσει η κίνηση. Έτσι ξεκινούν ταυτόχρονα, και περνούν κάμποσες στριμωγμένες ώρες ακινησίας. Αν μέσα στο αυτοκίνητο είναι δύο, θα τσακωθούν. Αν είναι τρεις, οι δύο θα τσακωθούν και ο τρίτος δε θα μιλάει. Αν είναι πάνω από τρεις, οι περισσότεροι θα μιλούν και θα γελούν και ο ένας θα εκνευρίζεται γιατί οδηγεί. Εντέλει θα φτάσουν σε μια καφετέρια με λίγο γαλάζιο στην άκρη. Έχει κακή μουσική και κακό καφέ αλλά κανείς δεν γκρινιάζει γιατί είναι θάλασσα και είναι ωραία. Κάποιος λέει πρώτος «πάμε για μια βουτιά», πάει μόνος του και μετά οι άλλοι τον ρωτάνε αν το νερό είναι ζεστό, κανείς όμως αν είναι καθαρό γιατί όλοι ξέρουν. Πασαλείβονται με αντηλιακά αλλά πάντα υπάρχει ένας που καίγεται και πολλοί που λένε ότι πήραν χρώμα κι ας μην πήραν.

Αυτές τις κυριακάτικες εξορμήσεις του Ιουνίου οι άνθρωποι τις περιγράφουν ως «καταπληκτικές». Αλλά πιστεύω λίγο περισσότερο τον έναν που κάηκε από τον ήλιο.


Παρασκευή, 11 Ιουνίου 2010

Ποδόσφαιρο


Πολύ για ποδόσφαιρο κουβεντιάζει ο κόσμος τον τελευταίο καιρό, όπως πάντα δηλαδή αλλά κάθε λίγο και λιγάκι προκύπτει και κάποια διοργάνωση με εξωτικό όνομα που νομίζω ότι παραπέμπει σε κύπελλα και τέτοια λειψά σερβίτσια. Όπως αυτό που μας ήρθε τώρα και το λένε Μουντιάλ και μου φαίνεται πως είναι από εκείνα τα σοβαρά πράματα που προκαλούν ασύντακτες συζητήσεις και δη με την εσάνς της παγκόσμιας βαρύτητας και οι ομάδες έχουν ονόματα χωρών. Αυτό σημαίνει πως και να μη θες εκπροσωπείσαι. Όπως στη Γιουροβίζιον και στη Βουλή. Και πρέπει να σκεφτείς ποιον θα υποστηρίζεις άμα αποκλειστεί αυτό που σου αντιστοιχεί. Έτσι γίνεται στη Γιουροβίζιον. Στη Βουλή θαρρώ πως είναι πιο περίπλοκο το θέμα.

Το ποδόσφαιρο είναι ένα άθλημα από τα πολλά και αυτό παραπέμπει σε κάτι κατεψυγμένες εκθέσεις ιδεών και ιδεωδών που γράφαμε στο λύκειο ως θέματα sos για τις πανελλήνιες. Τέτοια τουλάχιστον μας έλεγαν να ξεπατικώνουμε για γνώμη μας τότε που σέρναμε τις δέσμες. Οι μετέπειτα γενιές αποδεσμεύτηκαν, μοιράστηκαν σε κατευθύνσεις και απ’ ό,τι μαθαίνω η εκπαίδευση ως θεσμός απέκτησε επίγνωση της προβληματικής της ύπαρξης και τώρα ζητάνε από τουςμαθητές να τους αναπτύξουν τα καλά της αυτομόρφωσης.

Ας αφήσουμε όμως την εκπαίδευση να ανανεώνεται θεματικώς και να επιστρέψουμε στο ποδόσφαιρο χωρίς να επιμείνουμε στα ιδανικά της ευγενούς άμιλλας και του τίμιου του συναγωνισμού, που άλλωστε εκτός θέματος θα μας βγάλουν. Γιατί το εν λόγω άθλημα τα παραμερίζει λίγο αυτά τα καλαμαρίστικα. Εδώ μιλάμε για ένστικτα άγρια, τίγκα στην τεστοστερόνη.

Οι γυναίκες μιλούν για άντρες, καλλυντικά και ρούχα. Καθώς και για άλλες γυναίκες. Οι άντρες μιλούν για γυναίκες, αυτοκίνητα και μπάλα. Στερεότυπα θα μου πεις. Αλλά προφανώς δεν έχεις ανοίξει την τηλεόραση. Όμορφα τακτοποιημένα τα ενδιαφέροντα, κατά φύλο, έτσι να μην μπερδευόμαστε. Άντρας με γυναίκα συζητούν για ζώδια, μουσική, ταινίες και διακοπές. Στην αρχή. Μετά μιλούν για τη σχέση τους.

Σε αυτή την περίπτωση θα προτιμούσα κι εγώ μια κουβέντα για ποδόσφαιρο. Η οποία όμως απαιτεί γνώση του αντικειμένου, γερή μνήμη και αυστηρή προσήλωση. Θέλει να έχεις στριμώξει τις Κυριακές της ζωής σου σε κάτι κερκίδες-παλαίστρες ή να βυθίζεσαι τακτικά σε καναπέ με θέα απέραντο γρασίδι οθόνης. Αναγκαία κρίνεται η παρακολούθηση των σχετικών εκπομπών. Εξονυχιστική ανάλυση των επίμαχων φάσεων. Γιατί η χαρά σε αυτό το άθλημα είναι που σου επιτρέπει να έχεις άποψη.

Γίνεσαι πρόεδρος, προπονητής και διαιτητής συνάμα. Όλη η εξουσία των ονείρων σου και μάλιστα σε υπέροχη μορφή ανεύθυνη. Και δώρο άφθονη εκτόνωση. Όλα τα αποθέματα δίκαιου ή άδικου θυμού που δε σε παίρνει να εκφράσεις στα μέρη τους. Φέρε κι από το σπίτι σου.

Το ποδόσφαιρο έχει και ορολογία. Ενίοτε επεκτείνεται και στην καθομιλουμένη με τις γραφικές αντιστοιχίες που πλασάρονται ως ελαφρότητα. Για ένα λάθος σου μπορεί να σου ζητήσουν εξηγήσεις. Τι κουβέντα όμως να κάνουμε για ένα φάουλ;

Παρασκευή, 4 Ιουνίου 2010

Φόβος και φοβίες.


Θαρρώ πως δεν έχεις ιδέα από τον κόσμο ενός ανθρώπου αν δεν επικοινωνήσεις με τους φόβους του. Και δε μιλώ γι’ αυτούς που ανακοινώνει χάριν γούστου. Δεν υπερτιμώ τη σκοτεινή πτυχή που θα σου αποκαλύψω άμα σου πω ότι φοβάμαι τα χρυσόψαρα ή και τα σαλιγκάρια. Μιλώ για τους φόβους που έχουν σημασία είτε αποφασιστική είτε αναποφάσιστη. Γιατί οι αντιδράσεις που οφείλονται σε αυτό το συναίσθημα είναι ποικίλες και ενίοτε αντιφατικές.

Ο φόβος προστατεύει. Από νωρίς σου τον καλλιεργούν ώστε να μην είσαι ένα νήπιο που βάζει τα χέρια του στις πρίζες και άλλα επικίνδυνα. Άλλωστε με την επίγνωση του κινδύνου δεν γεννιέσαι. Μετά σου ‘ρχεται και μάλιστα βγαίνει σε διάφορα μεγέθη και χρώματα.

Ο κίνδυνος λοιπόν είναι εχθρός μας και ο φόβος σύμμαχος. Πολεμοφόδια οι αρνήσεις, τα δεν και τα μην που εμποδίζουν τη δράση που θα μας έφερνε στον εφιάλτη. Επειδή όμως άνθρωποι είμαστε και ησυχία δεν έχουμε και δε μας αρκεί να ξέρουμε τι δεν πρέπει -και πάλι καλά που δε μας αρκεί- θα ψάξουμε και θα βρούμε τ’ αντίθετό του ακριβώς. Κι έτσι προβαίνουμε σε κείνες τις ενέργειες που θα μας πάνε στην άλλη πλευρά. Αυτό βέβαια δεν έχει πάντα επιτυχή έκβαση. Χαρακτηριστικό παράδειγμα όταν φοβόμαστε μη γίνουμε αυτό που κοροϊδεύαμε. Κάθε οργανωμένο σχέδιο για να το αποφύγουμε σε αυτό θα μας οδηγήσει. Που κοροϊδεύαμε. Γιατί όλο και κάποιο λόγο είχαμε που το φοβόμασταν.

Είναι και κάτι φόβοι που κατασκευάζεις. Για τον εαυτό σου ή για τους άλλους. Αν επικαλείσαι υποτιθέμενους φόβους σου συνειδητά ή ασύνειδα ίσως τελικά πετύχεις επιείκεια από κάποιους ανθρώπους κι αν σου φτάνει να βαραίνει η συμπόνια έναντι της εκτίμησης τότε χαλάλι σου (μέχρι να τους κουράσεις). Αν πάλι πατάς σε φόβους που προκάλεσες σε άλλους ώστε να έχουν τη συμπεριφορά που επιθυμείς τότε ντροπή σου. Σαν εβδομαδιαία αστρολογική πρόβλεψη μου φαίνεται αλλά κοίτα να δεις που μερικές φορές βγαίνει.

Εκτός από τους φόβους τους κοινούς όμως υπάρχουν κι εκείνοι που τους λένε παράλογους, αγχώδεις, παθολογικούς και με μια λέξη παράγωγη, φοβίες. Εδώ όμως λίγο να το τραβήξουμε και μπαίνουμε σε άλλα χωράφια ιατρικά κι εγώ να σου πω την αλήθεια μου πτυχίο δεν έχω. Βέβαια μια βόλτα εδώ γύρω στο ίντερνετ να κάνεις θα βρεις αναλύσεις και συμβουλές με το τσουβάλι και σιγά μη σου αναρτήσουν σαρωμένα διπλώματα.

Αλλά η φοβία ως δεύτερο συνθετικό δεν αφορά μόνο την ψυχανάλυση. Δεν ξέρω αν η ξενοφοβία και η ομοφοβία επιδέχονται θεραπείας όπως η υψοφοβία, η μικροβιοφοβία ή και η αραχνοφοβία. Αν όμως βλέπεις άλλους ανθρώπους σαν μικρόβια και αράχνες τότε φοβάμαι εγώ εσένα.

Πέμπτη, 27 Μαΐου 2010

Επανάληψη


Την επανάληψη μας έχουν μάθει να μην τη χωνεύουμε ήδη από τα παιδικά μας χρόνια. Ασκήσεις, υποδείξεις, διαγωνίσματα και λοιπά αγχογόνα τρικ επιστρατεύονται για να φορτώσουν μια για πάντα ετούτη τη λέξη με πιεστικούς συνειρμούς και τραύματα.

Επανάληψη μήτηρ πάσης μαθήσεως, ένα ακόμα στριμμένο τσιτάτο, και μάλιστα τίγκα στα τριτόκλιτα, το πρώτο το φέρνουμε στη δημοτική να το καταλαβαίνει κι η πρώτη τάξη, μην της ξεφύγει η επανάληψη στα κουλουράκια και τις γραμμούλες. Ξαναπερνάς την ύλη κι έτσι εμπεδώνεις όσα διδάχτηκες. Και γίνονται γνώση και κεκτημένα σου. Και άσε το πρώτο, θα μάθεις να το μεταμφιέζεις εν καιρώ. Αυτά τα δεύτερα όμως, τ’ αναδιπλασιασμένα, θα σου γίνουν νόημα και σκοπός. Άλλωστε θα ορίζεσαι απ’ όλων των ειδών τα κεκτημένα σου.

Έτσι λοιπόν καθώς απομακρύνεσαι από θρανία και ύλη διδακτική, ακόμα κι αν δεν έχεις εμπεδώσει την προπαίδεια (εμένα αυτό το επτά εννιά θα με κολλάει πάντα), έχεις μάθει να αποστρέφεσαι ό,τι επαναλαμβάνεται και να δυσανασχετείς με όποιον επαναλαμβάνει. Θλιβερή προκατάληψη κατά τη γνώμη μου, και άδικη ρετσινιά.

Εντάξει. Οφείλω να παραδεχτώ ότι των λόγων η επανάληψη μπορεί να είναι και κουραστική πού και πού. Εξαρτάται όμως. Όσα δεν θες να ακούσεις δυσάρεστα σου φαίνονται από την πρώτη φορά που διατυπώνονται. Απλώς η επανάληψη σου δίνει μια καλή δικαιολογία για να τα απορρίψεις. Με ζάλισε λες και ξεμπερδεύεις. Λες και λιποθύμησε ποτέ κανείς με τα λόγια. Χάρη σου κάνει η επανάληψη και γλυτώνεις τον τίτλο του αδιάλλακτου και του πεισματάρη. Όταν πάλι δεν σου είναι ανεπιθύμητα τα λόγια καθεαυτά αλλά ο άνθρωπος που τα εκφέρει, τότε δεν είναι το πρόβλημά σου που τα λέει πάλι, ήδη το συναπάντημα σε έχει εκνευρίσει επαρκώς.

Από την άλλη, σε μερικές επαναλήψεις έχεις αδυναμία. Δεν μπορεί να μην αγαπάς κάποιες συνήθεις κουβέντες των αγαπημένων σου. Λέξεις που αναμασούν επίτηδες ή και χωρίς να το καταλαβαίνουν. Για δικές τους τις ακούς και χαμογελάς, και τις κρατάς κοντά στις γνώριμες εκφράσεις του προσώπου, τρυφερές, χαρούμενες ή θυμωμένες, στα νεύματα και στις τόσο όμορφα άτσαλες αντιδράσεις της αμηχανίας.

Υπάρχει βέβαια και η επανάληψη που βαφτίζεται ρουτίνα και μονοτονία. Βαρέθηκα λες τον τρόπο του, τους φόβους του, τα προβλήματά του. Κακό πράμα αυτό, δεν μπορώ να πω. Είναι όμως η ίδια επανάληψη που σ’ έφερε στην οικειότητα με κείνον που λαχταρούσες. Δεν είναι διδακτέα ύλη οι άνθρωποι, μην τους στριμώχνεις στο ντουλάπι με τα κεκτημένα.

Παρασκευή, 21 Μαΐου 2010

Πανελλήνιες


Από τα συνώνυμα του άγχους άλλα τα βρίσκουμε στο λεξικό κι άλλα τα βρίσκουμε στις συνθήκες. Το βάπτισμα του πυρός σε αυτή τη δεύτερη περίπτωση γίνεται κάπου εκεί στην ηλικία των δεκάξι, και είναι μια διαδικασία που οι άνθρωποι συνηθίζουν να αποκαλούν με το βαρύ επίθετο «πανελλήνιες» παραλείποντας το ακόμα βαρύτερο συνοδευτικό «εξετάσεις».

Οι πανελλήνιες είναι μια δοκιμασία για την οποία σε προετοιμάζουν καιρό σα να είναι το τέλος του κόσμου και όταν φτάσει η στιγμή την οποία σου έχουν παρουσιάσει ως τρομερή σου λένε ότι δεν είναι το τέλος του κόσμου. Πάντως σε γεμίζουν με συμβουλές. Ολάκερη λίστα με οδηγίες που αφορούν στην ψυχολογία σου, στη διατροφή σου και στη στρατηγική που πρέπει να ακολουθήσεις προκειμένου να αποδώσεις τα βέλτιστα σε αυτή την πανελλήνια μάχη που όμως «δεν είναι το παν, θα έχεις και άλλες ευκαιρίες στη ζωή σου».

Και βέβαια, πρωτίστως πρέπει να αποβάλεις το άγχος. Ναι, αυτό που σου φορτώσαμε. Συμβουλή που παραπέμπει σε κορύφωση καβγά, στη γνώριμη παρότρυνση για ψυχραιμία όταν σ’ έχω φέρει ήδη εκτός εαυτού.

Ξεκίνα από αυτά που ξέρεις και άσε για το τέλος ό,τι δεν μπορείς να θυμηθείς. Ναι τη χρειάζεσαι αυτή τη συμβουλή. Γιατί ο μηχανικός τρόπος που σου έχουμε μάθει για να διαβάζεις προφανώς σ’ έχει καταστήσει ανίκανο για το αυτονόητο. Σε κάναμε ρομπότ και τώρα πρέπει να σε προγραμματίζουμε ακόμα και για να μπεις στην αίθουσα της εξέτασης.

Θα γράφεις πρώτα στο πρόχειρο. Στην τελευταία σελίδα. Και μετά θα τα περνάς στο καθαρό. Χωρίς μουντζούρες. Γιατί και το «Έγκλημα και τιμωρία» να γράψεις, με μουντζούρες δεν το θέλουμε, μην το συζητάς.

Θα είσαι σαφής και θα αιτιολογείς τα πάντα. Τίποτα αδικαιολόγητο δε μας αφορά. Άλλωστε το θέμα είναι να δείχνεις ότι ξέρεις. Και άγνοια να έχεις άμα πείσεις ότι ξέρεις σε καλό θα σου βγει. Κοίτα γύρω σου και θα καταλάβεις ότι πιάνει. Και μην ακούς που σου λένε για περιεκτικές απαντήσεις. Η συντομία δεν ωφέλησε ποτέ κανέναν.

Προσοχή στο διαιτολόγιο: ελαφρύ βραδινό, πορτοκαλάδες, όχι πολλούς καφέδες, και λίγη σοκολάτα που κάνει και καλό στη μνήμη. Πήγαινε και καμιά βόλτα πού και πού, σε αφήνουμε. Αρκεί να μην ξενυχτήσεις. Γιατί πρέπει να ‘χεις καθαρό μυαλό, όσο πρέπει κοιμισμένο.

Αν ακολουθήσεις τις συμβουλές μας μπορεί και να πετύχεις. Αλλά και να μην πετύχεις, εδώ δεν χρησιμοποιούμε το αντίθετο ρήμα. Για να μην σε αγχώσουμε. Άλλωστε είπαμε, θα έχεις πολλές ακόμα ευκαιρίες στη ζωή σου. Αλλά από σένα εξαρτάται αν θα κρατάς μια σελίδα για πρόχειρο.

Παρασκευή, 14 Μαΐου 2010

Γνωμικά


Κάθε φορά που θέλεις να πεις μια γνώμη, μπορείς να ρισκάρεις με δικά σου λόγια ή να ποντάρεις στο σίγουρο χαρτί των έτοιμων λύσεων. Μιλώ για τα γνωμικά, και ίσως πρόκειται για το μόνο θέμα που μπορώ να πιάσω χωρίς την πιθανότητα να ξεφυτρώσουν πέντε έξι απ’ αυτά για να με αντικρούσουν ή και άλλα τόσα για να με υποστηρίξουν.

Πρόκειται λοιπόν για έναν ολάκερο στρατό δογματικά παραταγμένο, ετοιμοπόλεμο, με ηθικό πάντα ακμαίο και ηθική αδιαπραγμάτευτη. Με το που θα τολμήσεις να ξεστομίσεις μια κουβέντα, σπεύδει να σε καλύψει ή να σου επιτεθεί η αποφθεγματική της πανοπλία. Και πώς να παλέψει μια δόλια ετοιμόρροπη γνώμη το κύρος και την αυθάδεια του πολύξερου του γνωμικού; Τι να σου κάνει το υποκειμενικό το επιχείρημα μπροστά στην καλοστημένη επιχείρηση παραγωγής σοφίας;

Το τεράστιο αυτό πλήθος των αξιότιμων ρήσεων, αποστομωτικό πάντα μέσα στη λακωνικότητά του, αποτελείται από διάφορες αγέλες. Οι κατηγορίες διαφέρουν μεταξύ τους κατ’ είδος και κατ’ ύφος, τη δουλειά τους όμως την κάνουν όλες. Από το προφίλ που θέλει να προβάλει ο κάθε ομιλητής εξαρτάται η λίμνη από την οποία θα ψαρέψει ευφυή πειθώ.

Πρώτες και καλύτερες οι παροιμίες, εύκολες στη χρήση και αποδοτικές, απολαμβάνουν «την αγάπη του κόσμου» με το λαϊκό τους ρεπερτόριο. Κουβαλούν ένα δίδαγμα για κάθε περίσταση, πολλές φορές και δύο αντίστροφα διδάγματα για την ίδια περίσταση. Λόγου χάρη, πάντα θα διχάζεσαι ανάμεσα στο σκουντούφλημα της βιασύνης και στο γοργό που έχει χάρη περισσή.

Πολλές παροιμίες βγήκαν λέει από κάπου. Κουβαλούν μια μικρή περιπέτεια με πολλά φολκλόρ στοιχεία, η οποία καταλήγει βεβαίως σ’ ένα συμπέρασμα με διαχρονική ισχύ. Συχνά τυχαίνει σε κάποιον να εφοδιαστεί με μια τέτοιου είδους ιστορική γνώση, αυτός αυτομάτως τη θεωρεί ως ευφάνταστη πληροφορία κοινού ενδιαφέροντος κι εσύ πρέπει να γελάσεις με το χιούμορ και την ευρηματικότητα της λαϊκής σοφίας που γεννάει ατάκες.

Οι παροιμίες βγαίνουν και σε κινέζικες. Εδώ δεν έχεις μέτρο και ομοιοκαταληξία, σίγουρες συνταγές επιτυχίας, απομνημόνευσης και διαρκούς επανάληψης για την ντόπια εκδοχή, ούτε οικείες αντιστοιχίσεις της αστικής καθημερινότητας με την αγνή ζωή της υπαίθρου όπου όλοι αλέθουν, ζυμώνουν και κοσκινίζουν. Πάντως οι Κινέζοι σοφοί, ή και αντίστροφα, τα λένε ωραία, και το καλό με τις παροιμίες τους είναι ότι μπορείς να βαφτίσεις κινέζικες τις ολοδικές σου εξυπνάδες χωρίς το φόβο να εκτεθείς με διάψευση.

Υπάρχουν βέβαια και τα «λόγια των μεγάλων ανδρών», που μπορείς να τα θέτεις σε πλάγιο λόγο, μαζί με τις προσωπικές σου προεκτάσεις, επεξηγήσεις ακόμα και παρερμηνείες, αφού βέβαια διαλέξεις πρώτα ποιοι μεγάλοι άνδρες ταιριάζουν με το στυλ σου, και αφού διασταυρώσεις ότι σε κάποια άλλη δημιουργική τους περίοδο δεν έχουν αναθεωρήσει αυτό το οποίο επικαλείσαι.

Αρκετά επικίνδυνα είναι επίσης τα αρχαία και τα λατινικά ρητά, μην τα δοκιμάσεις στο σπίτι αν δεν είσαι σίγουρος ότι τα λες σωστά. Γιατί πάντα θα εμφανίζεται κάποιος αυτόκλητος διορθωτής, όπως λέει και μια σοφή κινέζικη παροιμία.

Παρασκευή, 7 Μαΐου 2010

Χωρίς τίτλο


Είναι στιγμές που τα λόγια είναι λίγα. Είναι άλλες στιγμές που νιώθω ότι τα λόγια είναι ντροπή. Τα δικά μου, τα δικά σου, όλων.

Υπάρχει μια είδηση. Τρεις άνθρωποι, σε μια τράπεζα, ρίψη μολότοφ, νεκροί. Και μόνο η ανακοίνωση φωνάζει άδικο, φρίκη, θυμό.

Ο θάνατος ως σκέψη με τρομοκρατεί. Ως γεγονός με τρομοκρατεί και με καθηλώνει. Αλλά τώρα έχω και θυμό. Έχω θυμώσει για τη δολοφονία των ανθρώπων. Κι ας μην μπήκα στο γκρουπ του φέισμπουκ «Όσοι νιώθουμε οργή για τους νεκρούς –διαδώστε το». Κι ας μην έγραψα στάτους και τουίτ συντριβής και καταγγελίας. Κι ας μην βρίστηκα κάτω από τις αναρτήσεις των μπλογκ σχετικά με τις πολιτικές ευθύνες και τις κοινωνικές προεκτάσεις.

Καθένας επιλέγει τον τρόπο του για να εκφράσει τα συναισθήματά του και να τα μοιραστεί. Όμως κάποιοι άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους, κάποιοι ζουν τον απερίφραστο πόνο της απώλειας των δικών τους. Τι να πεις για τη βία, την αγριότητα, το νήμα της ζωής που σπάει απότομα πριν φτάσει στο τέλος του; Πώς να μιλήσεις για τους νεκρούς χωρίς να ντρέπεσαι το βλέμμα των αγαπημένων τους που θα πονάει για πάντα, όταν εσύ θα σκέφτεσαι ξανά τα δικά σου καθημερινά ζητήματα;

Ντρέπομαι.

Ξεχνώ και πάλι ότι η τηλεόραση είναι καλύτερη κλειστή και βλέπω τα δελτία. Για μία ακόμα φορά πουλάνε τραγωδία σε εικόνες. Και σε πολιτικά παράθυρα. Μου φαίνεται ότι εκεί κάπου τέρμα δεξιά στην οθόνη, καπηλεύονται τον πόνο. Κοιτάω κι απ’ την άλλη γωνία αλλά δεν καταλαβαίνω. Κάτι δεν πάει καλά. Λέω άσε τους πολιτικούς, θα ενημερωθώ από το ίδιο το μέσο, που είναι και της ενημέρωσης της μαζικής. Και πέφτει το μάτι μου στις λεζάντες. Που μάλλον οι δημοσιογράφοι είχαν πολλή δουλειά και δεν προλάβαιναν κι έδωσαν σε κόμματα να γράψουνε τους τίτλους.

Και ακούω, διαβάζω, δηλώσεις, αναλύσεις, αντιπαραθέσεις. Και ψάχνω πίσω απ’ όλες αυτές τις κουβέντες έναν κόμπο στο στομάχι, τον κόμπο κάθε νήματος που κόπηκε. Αυτός ο κόμπος θα έκανε τα λόγια μετρημένα και θα κρατούσε το ύφος χαμηλά, με τη μουδιασμένη σφραγίδα του πένθους και της ντροπής. Πάντως όλοι εξέφρασαν τη συντριβή τους.

Κλείνω την τηλεόραση. Κλείνω και τον ιντερνετόκοσμο. Έχω θυμώσει.


Παρασκευή, 30 Απριλίου 2010

Άλλες κρίσεις


Μήνες τώρα συζητήσεις και παραμιλητά έχουν συντονιστεί σ’ ένα δισύλλαβο πανικό που τον φωνάζουν κρίση. Ίσως να είναι ανώφελη η προσωδιακή παρατήρηση αλλά μου φαίνεται ότι όλοι οι φόβοι και τα παράπονα σε δυο στενάχωρες συλλαβές πάνε κάθε φορά και στριμώχνονται. Λακωνικές οι πίκρες, μόνο τα ευχάριστα θέλουν ν’ απλώνονται και να φλυαρούν και να σκορπίζουν την ουσία τους.

Η πρωτοσέλιδη κρίση διευκρινίζεται ως οικονομική, από μόνη της η λέξη όμως έχει μεγάλη γκάμα ερμηνευτική. Ωστόσο η κάθε σημασία της όλο και κάποια αγχωμένη παγίδα καμουφλάρει.

Ένα από τα πρόσωπα της κρίσης εκφέρεται, είναι γνώμη, μετράει ή δε μετράει, αλλάζει ή δεν αλλάζει. Υπό συζήτηση λοιπόν η κρίση σε αυτή την περίπτωση, και ελεύθερη, ή τουλάχιστον έτσι υποτίθεται. Όλο και κάποιος θα μουρμουρίσει εκείνο το απειλητικό που σε προειδοποιεί να μην κρίνεις γιατί μετά θα κριθείς και δεν το θέλεις. Μπορείς πάντα να αψηφήσεις αυτό το επίφοβο ενδεχόμενο και να πεις, να κριθώ κι εγώ, γιατί όχι, έτσι γνωρίζονται οι άνθρωποι, κρίνουν, και μετά είτε απορρίπτουν και μένουν μακριά είτε δέχονται και αγαπιούνται. Και μέσα σε όλων των ειδών τις σχέσεις πάλι κρίνονται και κρίνουν, αλλάζουν και ζουν μαζί για όσο οι παρονομαστές τούς κρατούν ομώνυμους.

Οι κρίσεις βέβαια θέλουν λογική, και παρασημοφορούνται όταν είναι αντικειμενικές και αμερόληπτες. Μα στ’ αλήθεια πιστεύει κανείς ότι υπάρχει νους ανεπηρέαστος; Άλλωστε η λογική είναι σύντροφος αναξιόπιστος, εκεί που περισσότερο τη χρειάζεσαι φεύγει κι αφήνει στο πόδι της όλες σου τις αδυναμίες. Μπορείς βέβαια να την πιάνεις απροετοίμαστη και να τη χρησιμοποιείς λίγο πριν γίνει ανάγκη. Αυτό βέβαια αν είσαι από τα περιβόητα παιδιά των φρονίμων που πάντα γεμάτα ψυχικά τραύματα τα φανταζόμουν.

Πέρα από τις προσωπικές τις κρίσεις και τις εκτιμήσεις όμως υπάρχουν και οι συλλογικές, αυτές των επιτροπών, αλλά δεν μπορώ να σου πω ούτε για την επιτροπή κεφαλαιαγοράς που δεν ξέρω τι είναι ούτε για τις κριτικές επιτροπές στα ριάλιτι που δυστυχώς ξέρω τι είναι. Θα αφήσω κατά μέρος και τις κρίσεις των δικαστηρίων καθώς είναι νομίζω αυτές που όλοι λένε ότι εμπιστεύονται και μετά κάνουν έφεση. Εκτός συναγωνισμού και η Ημέρα της Κρίσης, εκεί που η λέξη αποκτάει κεφαλαίο αρχικό γράμμα όχι όμως και τόση εμπιστοσύνη.

Και μένουν οι κρίσεις που μοιάζουν με εκείνη που στάθηκε αφορμή να λοξοδρομήσουμε σε άλλες σημασίες, φτάνουμε εκεί που αν το ουσιαστικό ήταν επίρρημα θα ήταν διπλό και μάλιστα αντιφατικό, ας τα λέμε «άνω-κάτω». Γεμάτη προβλήματα η κρίση σε αυτή την περίπτωση, ταραχή, θλίψη και αμφιβολία. Και τόση η αγωνία να την προσδιορίζουμε που γίναμε όλοι ψυχίατροι και φιλόσοφοι. Δεν έπαθες νευρική κρίση, απλώς θύμωσες. Ούτε υπαρξιακή κρίση περνάς, απλώς μεγαλώνεις. Τα προβλήματα όμως αποκτούν λίγη αίγλη με την επιστημονική ορολογία, οπότε ζήσε όποια κρίση θες. Οι λέξεις άλλωστε δεν έχουν επιτήρηση.