Παρασκευή 14 Μαΐου 2010

Γνωμικά


Κάθε φορά που θέλεις να πεις μια γνώμη, μπορείς να ρισκάρεις με δικά σου λόγια ή να ποντάρεις στο σίγουρο χαρτί των έτοιμων λύσεων. Μιλώ για τα γνωμικά, και ίσως πρόκειται για το μόνο θέμα που μπορώ να πιάσω χωρίς την πιθανότητα να ξεφυτρώσουν πέντε έξι απ’ αυτά για να με αντικρούσουν ή και άλλα τόσα για να με υποστηρίξουν.

Πρόκειται λοιπόν για έναν ολάκερο στρατό δογματικά παραταγμένο, ετοιμοπόλεμο, με ηθικό πάντα ακμαίο και ηθική αδιαπραγμάτευτη. Με το που θα τολμήσεις να ξεστομίσεις μια κουβέντα, σπεύδει να σε καλύψει ή να σου επιτεθεί η αποφθεγματική της πανοπλία. Και πώς να παλέψει μια δόλια ετοιμόρροπη γνώμη το κύρος και την αυθάδεια του πολύξερου του γνωμικού; Τι να σου κάνει το υποκειμενικό το επιχείρημα μπροστά στην καλοστημένη επιχείρηση παραγωγής σοφίας;

Το τεράστιο αυτό πλήθος των αξιότιμων ρήσεων, αποστομωτικό πάντα μέσα στη λακωνικότητά του, αποτελείται από διάφορες αγέλες. Οι κατηγορίες διαφέρουν μεταξύ τους κατ’ είδος και κατ’ ύφος, τη δουλειά τους όμως την κάνουν όλες. Από το προφίλ που θέλει να προβάλει ο κάθε ομιλητής εξαρτάται η λίμνη από την οποία θα ψαρέψει ευφυή πειθώ.

Πρώτες και καλύτερες οι παροιμίες, εύκολες στη χρήση και αποδοτικές, απολαμβάνουν «την αγάπη του κόσμου» με το λαϊκό τους ρεπερτόριο. Κουβαλούν ένα δίδαγμα για κάθε περίσταση, πολλές φορές και δύο αντίστροφα διδάγματα για την ίδια περίσταση. Λόγου χάρη, πάντα θα διχάζεσαι ανάμεσα στο σκουντούφλημα της βιασύνης και στο γοργό που έχει χάρη περισσή.

Πολλές παροιμίες βγήκαν λέει από κάπου. Κουβαλούν μια μικρή περιπέτεια με πολλά φολκλόρ στοιχεία, η οποία καταλήγει βεβαίως σ’ ένα συμπέρασμα με διαχρονική ισχύ. Συχνά τυχαίνει σε κάποιον να εφοδιαστεί με μια τέτοιου είδους ιστορική γνώση, αυτός αυτομάτως τη θεωρεί ως ευφάνταστη πληροφορία κοινού ενδιαφέροντος κι εσύ πρέπει να γελάσεις με το χιούμορ και την ευρηματικότητα της λαϊκής σοφίας που γεννάει ατάκες.

Οι παροιμίες βγαίνουν και σε κινέζικες. Εδώ δεν έχεις μέτρο και ομοιοκαταληξία, σίγουρες συνταγές επιτυχίας, απομνημόνευσης και διαρκούς επανάληψης για την ντόπια εκδοχή, ούτε οικείες αντιστοιχίσεις της αστικής καθημερινότητας με την αγνή ζωή της υπαίθρου όπου όλοι αλέθουν, ζυμώνουν και κοσκινίζουν. Πάντως οι Κινέζοι σοφοί, ή και αντίστροφα, τα λένε ωραία, και το καλό με τις παροιμίες τους είναι ότι μπορείς να βαφτίσεις κινέζικες τις ολοδικές σου εξυπνάδες χωρίς το φόβο να εκτεθείς με διάψευση.

Υπάρχουν βέβαια και τα «λόγια των μεγάλων ανδρών», που μπορείς να τα θέτεις σε πλάγιο λόγο, μαζί με τις προσωπικές σου προεκτάσεις, επεξηγήσεις ακόμα και παρερμηνείες, αφού βέβαια διαλέξεις πρώτα ποιοι μεγάλοι άνδρες ταιριάζουν με το στυλ σου, και αφού διασταυρώσεις ότι σε κάποια άλλη δημιουργική τους περίοδο δεν έχουν αναθεωρήσει αυτό το οποίο επικαλείσαι.

Αρκετά επικίνδυνα είναι επίσης τα αρχαία και τα λατινικά ρητά, μην τα δοκιμάσεις στο σπίτι αν δεν είσαι σίγουρος ότι τα λες σωστά. Γιατί πάντα θα εμφανίζεται κάποιος αυτόκλητος διορθωτής, όπως λέει και μια σοφή κινέζικη παροιμία.

Παρασκευή 7 Μαΐου 2010

Χωρίς τίτλο


Είναι στιγμές που τα λόγια είναι λίγα. Είναι άλλες στιγμές που νιώθω ότι τα λόγια είναι ντροπή. Τα δικά μου, τα δικά σου, όλων.

Υπάρχει μια είδηση. Τρεις άνθρωποι, σε μια τράπεζα, ρίψη μολότοφ, νεκροί. Και μόνο η ανακοίνωση φωνάζει άδικο, φρίκη, θυμό.

Ο θάνατος ως σκέψη με τρομοκρατεί. Ως γεγονός με τρομοκρατεί και με καθηλώνει. Αλλά τώρα έχω και θυμό. Έχω θυμώσει για τη δολοφονία των ανθρώπων. Κι ας μην μπήκα στο γκρουπ του φέισμπουκ «Όσοι νιώθουμε οργή για τους νεκρούς –διαδώστε το». Κι ας μην έγραψα στάτους και τουίτ συντριβής και καταγγελίας. Κι ας μην βρίστηκα κάτω από τις αναρτήσεις των μπλογκ σχετικά με τις πολιτικές ευθύνες και τις κοινωνικές προεκτάσεις.

Καθένας επιλέγει τον τρόπο του για να εκφράσει τα συναισθήματά του και να τα μοιραστεί. Όμως κάποιοι άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους, κάποιοι ζουν τον απερίφραστο πόνο της απώλειας των δικών τους. Τι να πεις για τη βία, την αγριότητα, το νήμα της ζωής που σπάει απότομα πριν φτάσει στο τέλος του; Πώς να μιλήσεις για τους νεκρούς χωρίς να ντρέπεσαι το βλέμμα των αγαπημένων τους που θα πονάει για πάντα, όταν εσύ θα σκέφτεσαι ξανά τα δικά σου καθημερινά ζητήματα;

Ντρέπομαι.

Ξεχνώ και πάλι ότι η τηλεόραση είναι καλύτερη κλειστή και βλέπω τα δελτία. Για μία ακόμα φορά πουλάνε τραγωδία σε εικόνες. Και σε πολιτικά παράθυρα. Μου φαίνεται ότι εκεί κάπου τέρμα δεξιά στην οθόνη, καπηλεύονται τον πόνο. Κοιτάω κι απ’ την άλλη γωνία αλλά δεν καταλαβαίνω. Κάτι δεν πάει καλά. Λέω άσε τους πολιτικούς, θα ενημερωθώ από το ίδιο το μέσο, που είναι και της ενημέρωσης της μαζικής. Και πέφτει το μάτι μου στις λεζάντες. Που μάλλον οι δημοσιογράφοι είχαν πολλή δουλειά και δεν προλάβαιναν κι έδωσαν σε κόμματα να γράψουνε τους τίτλους.

Και ακούω, διαβάζω, δηλώσεις, αναλύσεις, αντιπαραθέσεις. Και ψάχνω πίσω απ’ όλες αυτές τις κουβέντες έναν κόμπο στο στομάχι, τον κόμπο κάθε νήματος που κόπηκε. Αυτός ο κόμπος θα έκανε τα λόγια μετρημένα και θα κρατούσε το ύφος χαμηλά, με τη μουδιασμένη σφραγίδα του πένθους και της ντροπής. Πάντως όλοι εξέφρασαν τη συντριβή τους.

Κλείνω την τηλεόραση. Κλείνω και τον ιντερνετόκοσμο. Έχω θυμώσει.


Παρασκευή 30 Απριλίου 2010

Άλλες κρίσεις


Μήνες τώρα συζητήσεις και παραμιλητά έχουν συντονιστεί σ’ ένα δισύλλαβο πανικό που τον φωνάζουν κρίση. Ίσως να είναι ανώφελη η προσωδιακή παρατήρηση αλλά μου φαίνεται ότι όλοι οι φόβοι και τα παράπονα σε δυο στενάχωρες συλλαβές πάνε κάθε φορά και στριμώχνονται. Λακωνικές οι πίκρες, μόνο τα ευχάριστα θέλουν ν’ απλώνονται και να φλυαρούν και να σκορπίζουν την ουσία τους.

Η πρωτοσέλιδη κρίση διευκρινίζεται ως οικονομική, από μόνη της η λέξη όμως έχει μεγάλη γκάμα ερμηνευτική. Ωστόσο η κάθε σημασία της όλο και κάποια αγχωμένη παγίδα καμουφλάρει.

Ένα από τα πρόσωπα της κρίσης εκφέρεται, είναι γνώμη, μετράει ή δε μετράει, αλλάζει ή δεν αλλάζει. Υπό συζήτηση λοιπόν η κρίση σε αυτή την περίπτωση, και ελεύθερη, ή τουλάχιστον έτσι υποτίθεται. Όλο και κάποιος θα μουρμουρίσει εκείνο το απειλητικό που σε προειδοποιεί να μην κρίνεις γιατί μετά θα κριθείς και δεν το θέλεις. Μπορείς πάντα να αψηφήσεις αυτό το επίφοβο ενδεχόμενο και να πεις, να κριθώ κι εγώ, γιατί όχι, έτσι γνωρίζονται οι άνθρωποι, κρίνουν, και μετά είτε απορρίπτουν και μένουν μακριά είτε δέχονται και αγαπιούνται. Και μέσα σε όλων των ειδών τις σχέσεις πάλι κρίνονται και κρίνουν, αλλάζουν και ζουν μαζί για όσο οι παρονομαστές τούς κρατούν ομώνυμους.

Οι κρίσεις βέβαια θέλουν λογική, και παρασημοφορούνται όταν είναι αντικειμενικές και αμερόληπτες. Μα στ’ αλήθεια πιστεύει κανείς ότι υπάρχει νους ανεπηρέαστος; Άλλωστε η λογική είναι σύντροφος αναξιόπιστος, εκεί που περισσότερο τη χρειάζεσαι φεύγει κι αφήνει στο πόδι της όλες σου τις αδυναμίες. Μπορείς βέβαια να την πιάνεις απροετοίμαστη και να τη χρησιμοποιείς λίγο πριν γίνει ανάγκη. Αυτό βέβαια αν είσαι από τα περιβόητα παιδιά των φρονίμων που πάντα γεμάτα ψυχικά τραύματα τα φανταζόμουν.

Πέρα από τις προσωπικές τις κρίσεις και τις εκτιμήσεις όμως υπάρχουν και οι συλλογικές, αυτές των επιτροπών, αλλά δεν μπορώ να σου πω ούτε για την επιτροπή κεφαλαιαγοράς που δεν ξέρω τι είναι ούτε για τις κριτικές επιτροπές στα ριάλιτι που δυστυχώς ξέρω τι είναι. Θα αφήσω κατά μέρος και τις κρίσεις των δικαστηρίων καθώς είναι νομίζω αυτές που όλοι λένε ότι εμπιστεύονται και μετά κάνουν έφεση. Εκτός συναγωνισμού και η Ημέρα της Κρίσης, εκεί που η λέξη αποκτάει κεφαλαίο αρχικό γράμμα όχι όμως και τόση εμπιστοσύνη.

Και μένουν οι κρίσεις που μοιάζουν με εκείνη που στάθηκε αφορμή να λοξοδρομήσουμε σε άλλες σημασίες, φτάνουμε εκεί που αν το ουσιαστικό ήταν επίρρημα θα ήταν διπλό και μάλιστα αντιφατικό, ας τα λέμε «άνω-κάτω». Γεμάτη προβλήματα η κρίση σε αυτή την περίπτωση, ταραχή, θλίψη και αμφιβολία. Και τόση η αγωνία να την προσδιορίζουμε που γίναμε όλοι ψυχίατροι και φιλόσοφοι. Δεν έπαθες νευρική κρίση, απλώς θύμωσες. Ούτε υπαρξιακή κρίση περνάς, απλώς μεγαλώνεις. Τα προβλήματα όμως αποκτούν λίγη αίγλη με την επιστημονική ορολογία, οπότε ζήσε όποια κρίση θες. Οι λέξεις άλλωστε δεν έχουν επιτήρηση.


Παρασκευή 23 Απριλίου 2010

Αεροδρόμια


Άνω κάτω έχουν γίνει οι πτήσεις τις τελευταίες μέρες στην Ευρώπη, ή μάλλον όχι άνω, μόνο κάτω. Για τούτη την καθήλωση των αερομεταφορών ευθύνεται η κυκλοθυμία ενός ισλανδικού ηφαιστείου με το όνομα Eyjafjallajokull –η εξήγηση των γεωλογικών φαινομένων, ένα μυστήριο για μένα, ωχριά μπροστά στο μυστήριο της προφοράς ετούτου του πράματος.

Τα αεροδρόμια λοιπόν, ακόμα κι όταν δεν βρίσκονται στο έλεος της ηφαιστειακής τέφρας, είναι χώροι ιδιαίτεροι, που μοιάζουν να κουβαλούν ένα βάρος ψυχικό. Είναι πεδία αναμονής, αποχωρισμού και υποδοχής. Πουθενά αλλού δεν διαγράφεται τόσο έντονα το σύμπλεγμα του μαζί και του μόνου, η εναλλαγή του μοιράζομαι και του νοσταλγώ. Δοκιμαστικοί σωλήνες τα αεροδρόμια που βάζεις τα συναισθήματα να δεις πώς αντιδρούν.

Ακόμα και κάτι που σε διαφορετικές συνθήκες θα φαινόταν απλό, αποκτά άλλη διάσταση με φόντο το θαύμα της πτήσης. Σα να αλλοιώνονται κάπως τα χρώματα των σκέψεων, τη στιγμή που τα αγαπημένα πρόσωπα διακρίνονται μέσα σου πιο καθαρά από ποτέ και πιο μακρινά συνάμα. Κάτι παράξενο συμβαίνει, μάλλον μεγεθύνεται η ανάγκη.

Αλλά και η αναμονή σε αυτή την περίπτωση έχει την ιδιομορφία της. Είτε περιμένεις να φύγεις είτε να υποδεχτείς, οι στιγμές είναι φορτισμένες με μία προσδοκία λιγάκι υπερβολική. Και σα να γίνονται όλα εκτός του πραγματικού χρόνου. Εδώ δεν μετράς σε μέρες, έχεις άλλη μονάδα, συναισθηματική. Μετράς τη διάρκεια της απουσίας σε γραμμές τετραδίου και κολλάς τις λέξεις μεταξύ τους και βγαίνεις πάντα έξω από το περιθώριο.

Κλειδί για την είσοδο σε αυτή την καθόλου ουδέτερη ζώνη είναι η απαλλαγή από τις αποσκευές σου. Μαζί σου θα ταξιδέψει ό,τι σου ανήκει αλλά χωρίς τη δική σου ευθύνη. Λυτρωτικό ακούγεται. Επίσης απαραίτητη προϋπόθεση είναι ο έλεγχος: ταυτότητα, εισιτήριο, εσένα αυτοπροσώπως. Για να φύγεις από αυτό εδώ το μέρος πρέπει να εξακριβωθεί η ύπαρξή σου. Τρομακτικό ακούγεται.

Είναι χωρισμοί τα αεροδρόμια, να θυμηθώ να κοιτάξω και τον ονειροκρίτη. Ή και πρόβα χωρισμού καλύτερα, και μάλιστα στην καλύτερη εκδοχή του. Δώρο για τους ερωτευμένους η αξιοπρεπής δραματικότητα. Σου δίνεται η μοναδική ευκαιρία να χωρίσεις όμορφα, ρομαντικά, σχεδόν κινηματογραφικά. Να δεις που θα τον νοσταλγείς αυτό τον κομψό χωρισμό πάνω στην ανταλλαγή πυρών, μομφών και αιχμηρών λέξεων ή και αντικειμένων. Κράτα λοιπόν για χωρισμό αυτή την τρυφερή απομάκρυνση. Χωρίς τη μάχη της απόρριψης έχεις να αναμετρηθείς μονάχα με την απουσία δύο, τριών ημερών. Ή με κάμποσες πυκνογραμμένες σελίδες τετραδίου.

Παρασκευή 16 Απριλίου 2010

Πρόποση


Οι πρώτες Κυριακές μετά από γιορτές μοιάζουν λίγο με τα φανάρια στις κεντρικές λεωφόρους. Ως εκ τούτου, η πρώτη Κυριακή μετά το Πάσχα είναι σα να λέμε πρώτα φανάρια μετά την Κηφισίας. Τη λένε και Κυριακή του Θωμά, αλλά δεν ξέρω να σου πω πολλά γι’ αυτό το θέμα, τα θρησκευτικά δεν τ’ αγάπησα ποτέ. Θυμάμαι μόνο ότι πρόκειται για έναν κύριο (Θωμά), τον οποίο αποκαλούν απαξιωτικά άπιστο, για τον απλό λόγο ότι ο καημένος ζήτησε μερικές διευκρινίσεις για να πειστεί σχετικά με ένα συμβάν που δεν το λες και συνηθισμένο. Εσένα δηλαδή θα σου ανακοίνωναν ανάσταση και θα το ‘παιρνες αμέσως τοις μετρητοίς;

Τούτη λοιπόν η Κυριακή του χρόνου, όποτε κι αν πέφτει -γιατί δεν είναι και στάνταρ- αποτελεί ορόσημο, και αδιαπραγμάτευτο φινάλε μιας περιόδου άφεσης και χαλαρότητας ψυχής και σώματος. Γιατί η πραγματική μετάνοια ξεκινά μετά το Πάσχα αγαπητέ μου, και θέλει και μια άπιστη Κυριακή για αφορμή. Μα, θα μου πεις, μια βδομάδα μετά την Ανάσταση; Κι όμως το Πάσχα διαρκεί όσο έχεις στο ψυγείο σου χρωματιστά αυγά βρασμένα. Και τότε, στη βδομάδα πάνω κάτω, εξαντλούνται τα αποθέματα. (Αν έχεις ακόμα τώρα που μιλάμε, πέτα τα –η παράδοση δε θα σε γλυτώσει από τη δηλητηρίαση).

Από την περασμένη Κυριακή ξεκίνησε μια μεταβατική φάση. Τσουγκρίζουμε τα ποτήρια μας και λέμε καλό καλοκαίρι. Ίσως ν’ ακούγεται λίγο πρώιμη η πρόποση, αλλά στο τρίτο ποτήρι το καλοκαίρι μοιάζει πιο κοντά.

Και με τη σκέψη μόνο του επερχόμενου καλοκαιριού σε πιάνει άγχος. Όχι για το πού θα πας διακοπές, αυτές είναι κουβέντες του Ιουνίου κι έχουμε καιρό. Γι’ άλλα δε σου φτάνει ο χρόνος. Γιατί άξαφνα συνειδητοποιείς ότι δεν σου αρέσει το σώμα σου. Το υποψιαζόσουν βέβαια και πριν, αλλά η μεταπασχαλινή διαπίστωση είναι αμείλικτη.

Πες μου πόσους έχεις ακούσει τις τελευταίες μέρες να μιλούν για τα κιλά που πήραν το Πάσχα. Και να μην πήραν κιλά, πάλι ότι πήραν θα πουν, σα να ‘ναι τούτη η δήλωση μέρος του εθίμου. Κι αν τους το αμφισβητήσεις, δεν θα σε κατηγορήσουν γι’ άπιστο σαν το δόλιο το Θωμά, θα το πάρουν για κομπλιμέντο.

Και πέφτουν οι προγραμματικές δηλώσεις για δίαιτες και γυμναστήρια, γιατί πώς θα βγω στην παραλία; Κι όσο ανεβαίνει η θερμοκρασία, ως υπενθύμιση αυτής της προοπτικής, παντού η ίδια πανικόβλητη ερώτηση. Κι η παραλία ένα φόβητρο, μια εφιαλτική πασαρέλα, όπου θα γίνει η ηλιόλουστη κρίση δικαίων και αδίκων. Πρόσχημα η χαλάρωση της ψυχής και κριτήριο η χαλάρωση της σάρκας. Στην ίδια μοίρα όλοι, πιστοί και άπιστοι.

Παρασκευή 9 Απριλίου 2010

Πάσχα

Πέρασε το Πάσχα. Και τι σου ‘μεινε; Κάτι μισολιωμένα κεριά, μερικά σοκολατένια κουνέλια, πολλά χρωματιστά αυγά και μια ψυχή σωσμένη. Κι αφού καθάρισες με την ψυχή ήρθε η ώρα για το σώμα. Γιατί ακόμα κι αν δεν σ’ άγγιξε το πνεύμα της νηστείας και της αγίας προσευχής, τότε απλώς πέρασες κατευθείαν στην επόμενη πίστα, της αδηφαγίας.

Κι ενώ τα Χριστούγεννα θριαμβεύει η ζάχαρη, το Πάσχα είναι η χαρά του αρνίσιου λίπους, που υπό κανονικές συνθήκες θα αποτελούσε έναν καλό λόγο για να γίνεις χορτοφάγος. Αλλά οι εν λόγω συνθήκες είναι εορταστικές, και το ψυχαναγκαστικό έθιμο της ακόρεστης βουλιμίας καλά κρατεί. Και αφού επιβάλλεται να μην κρατηθείς μακριά από κάθε οικογενειακό τραπέζι που είναι βουτηγμένο στο λάδι και την τσίκνα, νιώθεις σα να σου ‘ρχονται ακάλεστα και παραπανίσια τα κιλά, με τη μυρωδιά και μόνο.

Το κακό μ’ αυτά τα δείπνα της σαρκοβόρου κατάνυξης είναι πως έχουν και πολύ κόσμο. Κοπάδια ολάκερα πάνω στο τραπέζι αλλά και γύρω απ’ αυτό. Και δεν κάθονται ήσυχα-ήσυχα να φάνε, να περάσει η ρημάδα η μέρα, να πάμε σπίτια μας ή να φύγετε απ’ το δικό μας. Πρέπει να γλεντήσουνε κιόλας.

Σε κάθε τέτοιο γλέντι υπάρχουν κάποιοι που διασκεδάζουν πολύ στριφογυρίζοντας ένα τρυπημένο αρνί πάνω από κάτι κάρβουνα. Υποθέτω ότι η συγκεκριμένη αρμοδιότητα αντιστοιχεί σε κάποια αρχηγική διάθεση, οι επί κεφαλής του σουβλίσματος αυτοαποκαλούνται «ψήστες», καμαρώνουν ασταμάτητα σαν για κάποιο κατόρθωμα και θεωρούν υποχρέωσή τους να ενημερώνουν διαρκώς το πλήθος-παρέα για κάθε λεπτομέρεια της φοβερής αποστολής τους.

Αυτή η περίφημη διαδικασία κρατάει πολλές ώρες, συντελείται σε υπαίθριο χώρο, και ακόμα κι όταν βρέχει δεν γλυτώνεις, υπάρχουν τα υπόστεγα. Εκεί μάλιστα είναι χειρότερα, καθότι μικρότερος ο χώρος και η τελευταία γωνία όπου θα μπορούσες να κρυφτείς κατειλημμένη από παιδάκι που καταστρέφει την υπερσύγχρονη παιχνιδολαμπάδα του ή παιδάκι μαζί με μαμά που προσπαθεί να το πείσει «μην τρως το σοκολατένιο κόκορα, θα σου κοπεί η όρεξη» και το παιδάκι κλαίει κι εσύ θες να του κοπεί η γλώσσα αλλά δεν το λες γιατί είναι αμαρτία και κρίμα πάνω που σου συγχωρέθηκαν.

Όλα αυτά γίνονται μετά μουσικής, κακής μουσικής με πολλά κλαρίνα και κάποιοι από τους εορταστές θέλουν να χορέψουν και χορεύουν, άσχημα όμως γιατί έχουν μεθύσει και οι στροφές είναι λιγότερο κομψές κι από του φαγητού που ψήνεται με τον παράδοξο παραδοσιακό τρόπο.

Στο τέλος μεθούν όλοι ή σχεδόν όλοι. Το τραπέζι στρώνεται αργά, η παρέα τρώει το κακοψημένο αρνί μαζί με το πεπτικό του σύστημα που έχει επίσης σουβλιστεί σε μια μικρότερη σκηνή. Όλοι μιλούν πολύ φωναχτά και γελούν ακόμα πιο φωναχτά κι όλο λένε απειλητικά «και του χρόνου». Ε, του χρόνου θα μείνω σπίτι. Και μην έρθετε.


Παρασκευή 2 Απριλίου 2010

Μετανοείτε


Λυπάμαι τις λέξεις όταν κουβαλούν αποσκευές, που δεν τις είχαν πριν μα τις φορτώθηκαν στο δρόμο.

Ας πάρουμε για παράδειγμα ένα φτωχό πλην τίμιο συνηρημένο, μια σεμνή και διακριτική περίπτωση που κάποια στιγμή είπαν να της φορέσουν ράσο. Ας πούμε λοιπόν για τα πάθη του «μετανοώ». Ούτε που φανταζόταν το δόλιο το ρήμα το μεταφυσικό βάρος και την ψυχική συντριβή που θα καθόταν πάνω του. Mετανοώ, λες. Ε, για κάτι αμαρτίες που μου ξεφύγανε. Τι σου ‘ναι οι αμαρτίες; Λαθάκια. Λίγο πιο σοβαρά από τα ορθογραφικά. Δε θα πεθάνουμε κιόλας. «Νομίζεις» αναφωνεί ένας κύριος που καταφτάνει θυμιατίζοντας. «Θα πεθάνουμε, κι οι ανορθόγραφες ζωές μας θα κριθούν.» Τα μύρια πάθη του «κρίνω» είναι άλλη ιστορία, βεβαίως παράλληλη.

Κι αφού μάθεις ότι η κρίση συνεπάγεται τιμωρία, και γλυτωμό δεν έχεις αν δεν μετανοήσεις, αρχίζεις τα τηλέφωνα μπας και βρεις καμιά καλή άκρη. Για τη διαδικασία της συγχώρεσης δεν έχω να σου πω και πολλά, αλλά κάπου έχω ακούσει πως δεν ξεμπερδεύεις με μια συγγνώμη, η βασιλεία των ουρανών θέλει θυσία και ταπείνωση, κι αυτά είναι θέματα θεσμικά που μου διαφεύγουν.

Ευτυχώς για μας που έχουμε μια δυσκολία με τις μεταγενέστερες ερμηνείες, το «μετανοώ» μεταμορφώθηκε σε «μετανιώνω» και τουλάχιστον κρατάμε τούτη την εκδοχή, του ελαφρού ρεπερτορίου.

Έλα όμως που σα να το καταράστηκαν οι ευσεβείς κι οι λόγιοι και το καημένο το «μετανιώνω» κείτεται καταφρονεμένο στο περιθώριο της προ θανάτου ζωής, μιας και μόνο αυτήν αφορά και μόνο σ’ αυτήν ανήκει. Αλλά έτσι είμαστε οι θνητοί, ό,τι μπαίνει στο καλάθι με τις προσφορές δεν το καταδεχόμαστε, ενώ πριν μια βδομάδα που ‘χε την τριπλάσια τιμή το λαχταρούσαμε.

Έτσι λοιπόν, το «μετανιώνω» το ‘χουμε του πεταματού, ενώ χτίζουμε τρίποδες κι αδριάντες στην τσαχπινιά του αμετανόητου. Ό,τι επιλέγουμε, ό,τι νιώθουμε, ό,τι πονάμε, ως αμετανόητο το ποστάρουμε και το καμαρώνουμε. Αφού κλαις βρε παιδί μου, τι δε μετανιώνεις; Έτερον εκάτερον. Αν γύριζε ο χρόνος πίσω, πάλι τα ίδια θα ‘κανα. Αυτό με το χρόνο πια που όλο σβούρα θα τον θέλαμε κι όλο στα ίδια θα καταλήγαμε, έχει καταντήσει χειρότερο κι από την ψευτοπονηριά δεν-μετανιώνω-για-ό,τι-έκανα-αλλά-για-ό,τι-δεν-έκανα. Όσες φορές πορεύτηκες με δαύτο το γελοίο τσιτάτο για μπούσουλα, μόνο κάτι ασυνάρτητα πήγες κι έκανες. Παραδέξου το.

Νομίζω όμως πως ξέρω γιατί επιμένεις να κάνεις σπονδές στο βωμό του αμετανόητου. Χρειάζεσαι εκείνη την εσάνς του αναπόφευκτου, του μοιραίου. Αφού λοιπόν τη θες τη μεταφυσική τη δόση σου βρε αγάπη μου γιατί δεν κρατάς το λιβανισμένο το «μετανοώ», να μείνει για μας που μετανιώνουμε το επίγειο το «μετανιώνω»;